|
ATTAC ΕΛΛΑΔΑ |
TA
NEA MAΣ... ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ
|
ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΟΣ ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
-ΑΡΘΡΑ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ |
ΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ATTAC |
TA
NEA ΣAΣ... |
|
Ο James Tobin, ο φόρος Tobin και το κίνημα ενάντια στηνεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση Της Μαρίκας Φραγκάκη Στις 11/3/02 απεβίωσε ο καθηγητής James Tobin, νομπελίστας oικονομολόγος, σε ηλικία 84 ετών. Ελάχιστοι ίσως γνωρίζουν τον επιστήμονα, αν και πολλοί περισσότεροι θα έχουν ακούσει για το φόρο Tobin, ιδιαίτερα όσοι συμμετέχουν στο κίνημα ενάντια στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Ποια όμως η σχέση μεταξύ των τριών αυτών στοιχείων. Ειδικότερα, ποια η σκέψη του JT και γιατί η πρότασή του έχει λάβει τις διαστάσεις αντίβαρου στη νεοφιλελεύθερη πραγματικότητα; Θεωρούμε το ερώτημα αυτό καίριο για δύο λόγους (α) της καλύτερης κατανόησης της πρότασης του JT, για τη φορολόγηση των κερδοσκοπικών κινήσεων του κεφαλαίου και (β) της αποσαφήνισης της αναλυτικής του σκέψης.Κατ΄ αρχήν, μερικά στοιχεία για τον άνθρωπο και επιστήμονα. Την επομένη του θανάτου του, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα New York Times κείμενο του Paul Krugman, με τίτλο Μου λείπει ο James Tobin, το οποίο κλείνει με την παράγραφο Μου λείπει ο James Tobin και πενθώ όχι μόνο το θάνατό του, αλλά και το τέλος μιας εποχής, όπου οικονομολόγοι με τέτοια αξιοπρέπεια μπορούσαν να αναδειχθούν, ακόμα και να επηρεάσουν την ασκούμενη πολιτική. Τι συνιστά όμως την αξιοπρέπεια του JT, που αναπολεί ο Paul Krugman;Πρώτα απ' όλα, το σθένος να αντιπαρατεθεί με την επικρατούσα αντίληψη για την πλήρη απελευθέρωση των αγορών και την ανεξέλεγκτη ροή των κεφαλαίων, με κυρίαρχο εκφραστή τον επίσης διεθνώς γνωστό οικονομολόγο, Milton Friedman. Επίσης, τη συνέπεια στις απόψεις του, την οποία επέδειξε μέχρι το τέλος της ζωής του, παρά την απογοήτευση, την οποία εξέφρασε σε ό,τι αφορά στις προοπτικές εφαρμογής των προτάσεών του. Τα τελευταία χρόνια, οι θέσεις του JT τον έφεραν αντιμέτωπο με τη λεγόμενη Συναίνεση της Ουάσιγκτον (Washington Consensus), την αντίληψη δηλαδή ότι η οικονομική σκέψη είναι μονόδρομος και ότι περνά μέσα από την απορύθμιση των αγορών, ιδιαίτερα της εργασίας, τις ιδιωτικοποιήσεις, τον περιορισμό των δημοσίων δαπανών και γενικά του κράτους.Ο JT όχι μόνο επέμεινε στις θέσεις του, αλλά τις επέκτεινε σε σχέση με π.χ. τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, τις οποίες προειδοποίησε ότι, με τη βεβιασμένη απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού τους συστήματος, εκτίθενται σε αυξημένο κίνδυνο κρίσεων, επισημαίνοντας παράλληλα ότι οι σήμερα αναπτυγμένες χώρες εφάρμοσαν μέτρα ελέγχου των κεφαλαίων στο παρελθόν, ανάλογα με τις ανάγκες τους. (1)Όπως αναφέρει ο Paul Krugman, ο θάνατος του JT σφραγίζει μια εποχή, κατά την οποία η αντιπαράθεση σε οικονομικά θέματα χαρακτηρίζονταν από ευπρέπεια και ήταν πολύ πιο ειλικρινής σε σχέση με σήμερα. Ειδικότερα, ο JT υπήρξε σύμβουλος του Προέδρου Kennedy, σε μια εποχή κατά την οποία οι προεδρικοί σύμβουλοι δεν υπόκεινταν σε αυστηρά τεστ πολιτικής ορθότητας, ούτε υποχρεώνονταν να λέγουν πράγματα, τα οποία ήταν εμφανώς αναληθή. Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι οι πιο πάνω αναφορές στο JT απουσιάζουν από την κατά τα άλλα καλή μετάφραση του κειμένου του Paul Krugman, που δημοσιεύθηκε στο Βήμα της Κυριακής (στις 17/3/02), με τίτλο Ο θάνατος του Τζέϊμς Τόμπιν - Το τέλος μιας άλλης εποχής για τα οικονομικά. Επιλεκτική παρουσίαση ή απροσεξία;Εχοντας σκιαγραφήσει σε αδρές γραμμές τον επιστήμονα, μέσα από τη ματιά κάποιου που τον γνώριζε, θα αναφερθούμε στη συνέχεια στο φόρο Tobin, ξεκινώντας από την πρόταση που κατατέθηκε από τον JT και φθάνοντας στην παραλλαγή, που ήδη αποτελεί αντικείμενο συζήτησης στο πλαίσιο του κινήματος κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.Η πρόταση για τη φορολόγηση της αγοράς συναλλάγματος, προκειμένου να αποθαρρυνθούν οι κερδοσκοπικές κινήσεις κεφαλαίου διατυπώθηκε από τον JT για πρώτη φορά το 1972. Επεσε όμως σαν πέτρα σε βαθύ πηγάδι, όπως ο ίδιος διαπίστωσε το 1978, όταν την επανέφερε. Σε μια περίοδο, κατά την οποία η κεντρική διαμάχη αφορούσε στη σταθερότητα ή όχι των συναλλαγματικών ισοτιμιών, αμέσως μετά την κατάρρευση του Συμφώνου Bretton Woods και του συστήματος σταθερών ισοτιμιών, ο JT διατύπωσε την άποψη ότι το πρόβλημα βρίσκεται στην υπερβολική διεθνή κινητικότητα του ιδιωτικού χρηματιστικού κεφαλαίου. Ειδικότερα, η κινητικότητα του χρηματιστικού κεφαλαίου περιορίζει τις βιώσιμες διαφορές μεταξύ των εθνικών επιτοκίων και με τον τρόπο αυτό τη δυνατότητα των κεντρικών τραπεζών και των κυβερνήσεων να εφαρμόζουν την κατάλληλη νομισματική και δημοσιονομική πολιτική για την οικονομία τους. Ομοίως, η κερδοσκοπία επί των συναλλαγματικών ισοτιμιών . έχει σοβαρές και συχνά επώδυνες συνέπειες για την πραγματική οικονομία. Η εθνική πολιτική εμφανίζεται σχετικά αδύναμη είτε να τις αποφύγει, είτε να τις υπερβεί.(2)Με τον τρόπο αυτό, ο JT μετατόπισε τη συζήτηση από το επίπεδο των μηχανισμών της οικονομίας, στο επίπεδο της πολιτικής οικονομίας. Θεωρώντας ανυπέρβλητες τις δυσκολίες καθιέρωσης ενιαίου διεθνούς νομίσματος, ο JT επιλέγει την επόμενη καλύτερη δυνατή λύση, το φόρο επί των συναλλαγματικών πράξεων, τον περίφημο φόρο Tobin.Η αρχική του πρόταση έχει ως εξής. Πρόκειται για διεθνή φόρο, ενιαίου ποσοστού επί των συναλλαγματικών πράξεων (αγοράς και πώλησης συναλλάγματος) άμεσης παράδοσης (σε 1-7 ημέρες). Ο φόρος αυτός επιβαρύνει σε περιορισμένο βαθμό τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις, ενώ αποθαρρύνει τη βραχυπρόθεσμη κίνηση των κεφαλαίων. Πιο πρόσφατα, ο JT επαναδιατύπωσε την πρότασή του ως εξής. Πρόκειται για διεθνή φόρο, ενιαίου ποσοστού, που ισχύει σε όλες τις (εθνικές) δικαιοδοσίες και εξισώνεται μεταξύ διαφόρων αγορών (προϊόντων). Η εποπτεία της εφαρμογής του μπορεί να ανατεθεί σε διεθνή οργανισμό, όπως είναι η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (ΒΙS) ή το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Οι χώρες που δεν συμμορφώνονται αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο κυρώσεων. (3)Σήμερα, στο πλαίσιο του κινήματος κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, συζητείται μια παραλλαγή της πρότασης του JT. Συγκεκριμένα, προτείνεται η επιβολή διεθνούς φόρου επί των συναλλαγματικών πράξεων, τόσο άμεσου, όσο και προθεσμιακού χαρακτήρα, που θα επιβαρύνει και τις δύο πλευρές της συναλλαγής. Σε περιόδους ηρεμίας στην αγορά χρήματος, το ποσοστό του φόρου προβλέπεται να είναι χαμηλό, π.χ. 0,1%. Σε περιόδους κρίσης, το ποσοστό θα αυξάνεται, όπου η έννοια της κρίσης συνδέεται με τη διακύμανση των συναλλαγματικών ισοτιμιών σε σχέση με τα όρια ενός προκαθορισμένου εύρους (ζώνης) ισοτιμιών. Πρόκειται δηλαδή για φόρο, ο οποίος θα λειτουργεί σε δύο επίπεδα, ανάλογα με τις συνθήκες της χρηματαγοράς.Η συγκέντρωση των εσόδων προτείνεται να αποτελεί εθνική ευθύνη και κάθε χώρα να παρακρατεί μέρος τους - π.χ. 20% οι αναπτυγμένες και 70% οι λιγότερο αναπτυγμένες - παραδίδοντας το υπόλοιπο στο Παγκόσμιο Ταμείο ( Global Fund),για την κάλυψη των αναγκών των φτωχότερων χωρών. Τη διαχείριση των εσόδων προτείνεται να αναλάβει ειδικός διεθνής οργανισμός.Ο φόρος αυτός μπορεί να ισχύσει κατ' αρχήν για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, εφόσον διαπιστωθεί αδυναμία διεθνούς καθιέρωσής του. Η μερική έστω εφαρμογή του αναμένεται να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης για τις χώρες εκτός του πεδίου εφαρμογής του φόρου, έτσι ώστε αυτός να καταστεί προοπτικά παγκόσμιος.(4) Ο χώρος δεν επιτρέπει τον ειδικότερο σχολιασμό της παραπάνω πρότασης. Εκείνο το οποίο σημειώνουμε είναι ότι η ιδέα του JT, σαν σπόρος, έχει τροφοδοτήσει μια ευρύτατη και πολιτικά σημαντική συζήτηση, σχετικά με τον έλεγχο των ισχυρών οικονομικών και βεβαίως πολιτικών δυνάμεων στη σύγχρονη κοινωνία.Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί μια διαφορά μεταξύ της σκέψης του JT και του αιτήματος για την εφαρμογή του φόρου που φέρει το όνομά του. Λαμβάνοντας υπόψη τον όγκο των κεφαλαίων που διακινούνται διεθνώς, ακόμα και μια πολύ μικρή φορολόγησή τους συνεπάγεται σημαντικά έσοδα. Η πλευρά αυτή για τον JT ήταν δευτερεύουσας σημασίας. Αντίθετα, για το κίνημα είναι πολύ σημαντική. Ειδικότερα, ο JT δεν αποδέχεται την αναγκαιότητα του φόρου για καθαρά εισπρακτικούς σκοπούς. Η αναγκαιότητά του συνδέεται κυρίως με την αποσταθεροποιητική λειτουργία των χρηματαγορών και την αφαίρεση βαθμών ελευθερίας από τις εθνικές κυβερνήσεις. Για το λόγο αυτό, εξάλλου, ο JT δεν αναφέρεται ειδικά στη διάθεση των εσόδων από την επιβολή του φόρου. Η διαφορά αυτή δεν θεωρούμε ότι αφαιρεί στοιχεία ούτε από τον JT, ως διανοούμενο που δίνει τη μάχη του στο επίπεδο των ιδεών, ούτε από το κίνημα που υιοθέτησε την πρότασή του.Τέλος, θα αναφερθούμε σε πρόσφατη συνέντευξη του JT (Der Spiegel, 2001) στην οποία εμφανίσθηκε να τηρεί αποστάσεις από το κίνημα κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου.Κατ΄ αρχήν, είναι ψευδής ο ισχυρισμός ότι ο JT απέρριψε τη ρύθμιση που είχε προτείνει ο ίδιος παλαιότερα (βλ. άρθρο του Α. Ανδριανόπουλου, στα ΝΕΑ, 1/12/01). Επίσης, δεν αληθεύει ότι η χρησιμοποίηση των πόρων για τις ανάγκες των φτωχών χωρών απορρίπτεται από τον JT, ο οποίος όμως τη θεωρεί δευτερεύουσας σημασίας, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Σε ό,τι αφορά στη σχέση του JT με το κίνημα κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, σημειώνεται ότι τον Ιούνιο 2000, κυκλοφόρησε από το Κέντρο Ερευνας Οικονομίας και Πολιτικής (CEPR), με έδρα στη Ουάσιγκτον, Κείμενο - Παγκόσμιο Κάλεσμα Οικονομολόγων για τη φορολόγηση των κερδοσκοπικών κεφαλαίων, το οποίο υπέγραψε μεταξύ άλλων και ο JT . Εκείνο απέναντι στο οποίο διαχώρισε τη θέση του ο JT ήταν η χρήση βίας, θέμα ξεχωριστό και ιδιαίτερο.Συνολικά, η φορολόγηση των κερδοσκοπικών κινήσεων του κεφαλαίου προτάθηκε για πρώτη φορά από τον Κέϋνς. Ο JT εκσυγχρόνισε τη σκέψη του Κέϋνς και επανέφερε την πρόταση, την οποία στήριξε με συνέπεια σ' ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του. Το κίνημα κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης την υιοθέτησε ως ένα από τα βασικά του αιτήματα. Ηδη, σε ορισμένες χώρες - Σουηδία, Καναδά, Γαλλία - ο φόρος Tobin έγινε αντικείμενο νομοθετικής ρύθμισης. Παρά το γεγονός ότι οι ρυθμίσεις αυτές δεν κρίνονται ικανοποιητικές, αποτελούν μια αρχή. Η συνέχεια θα γραφτεί από το ίδιο το κίνημα, αλλά και από οικονομολόγους, του κύρους και της αξιοπρέπειας του James Tobin.
|