|
ATTAC ΕΛΛΑΔΑ |
TA
NEA MAΣ... ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ
|
ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΟΣ ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
-ΑΡΘΡΑ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ |
ΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ATTAC |
TA
NEA ΣAΣ... |
|
ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ ΟΙ ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ
Αθήνα, Φεβρουάριος 1996
ΟΙ ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ο Σ Ξεφυλλίζοντας μία κυριακάτικη εφημερίδα έπεσα επάνω σε μία μόνιμη στήλη με τίτλο Σημειωματάριο Ιδεών. Ο τίτλος της ημέρας με σοκάρισε: Στον Πλανήτη των Πιθήκων. Έτσι σκέφτηκα πως ορθόν ήτο να διαβάσω το κείμενο, παρά την αβάστακτη ελαφρότητα των γιορτινών ημερών που δεν προσφέρονταν για θεωρητικά αναγνώσματα. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ο συγγραφέας του βιβλίου, στο οποίο αναφερόταν το κείμενο, εξέφραζε θέσεις, που, κατά βάση, συνέπιπταν με τις δικές μου εκτιμήσεις για τη σημερινή κατάσταση των πραγμάτων, όσον αφορά τα κόμματα, τα κινήματα και τις ιδεολογίες. Έχοντας ζήσει από τα παιδικά μου χρόνια εντός των ιδεολογικών οριζουσών του χώρου της αριστεράς και έχοντας σπάσει τον προστατευτικό κλοιό τους στην ηλικία των δεκαοχτώ χρόνων συμμετέχοντας στην πρώτη σοβαρή και μαζική απόπειρα αριστερής νεολαιίστικης οργάνωσης [ΕΚΟΝ Ρ.Φ.-Β' Πανελλαδική Συνδιάσκεψη] να θέσει έμπρακτα στο δημόσιο διάλογο την πρόταση για μία νέα πορεία του κινήματος της αριστεράς σε ρήξη με το σταλινισμό και, τέλος, έχοντας βιώσει -όπως και πολλοί/ές νέοι/ες της γενιάς μου- της συνέπειες της κατάρρευσης των μεγάλων αφηγήσεων, αισθάνομαι την ανάγκη να συμβάλλω στην έρευνα για την θεωρητική μελέτη και αναζήτηση των αιτιών της κρίσης των κομμάτων ,ιδιαίτερα δε αυτών που πρότειναν ένα διαφορετικό μοντέλο κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης. Παράλληλα δε, επιθυμώ να κατανοήσω τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννιούνται και αναπτύσσονται τα νέα κοινωνικά κινήματα. Στον Πλανήτη των Πιθήκων ο συγγραφέας θεωρεί ότι ο στόχος μίας αριστεράς που θέλει να σέβεται τον εαυτό της και οφείλει να είναι ριζοσπαστική πρέπει να σκοπεύει στη χειραφέτηση του ανθρώπου, γιατί μπορεί μεν να φοβόμαστε ότι ο Θεός έχει πεθάνει, ότι ο άνθρωπος έχει πεθάνει, ότι ο Μαρξ έχει πεθάνει και ότι εμείς δεν αισθανόμαστε καθόλου καλά, εμείς πρέπει ωστόσο να πιστέψουμε σε κάτι, πέραν της ύπαρξης της χοληστερίνης. Αυτή η πίστη δεν έχει ούτε το θρησκευτικό χαρακτήρα του παρελθόντος ούτε την πατροπαράδοτη παράδοση της παλιάς αριστεράς. Οι σημερινές ουτοπίες χρειάζονται για να δημιουργηθεί το πραγματικό κίνημα που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Τέλος, ας σημειωθεί ότι δεν υπάρχουν μοναδικές αλήθειες, ούτε τελικές μάχες, υπάρχει όμως ακόμη η δυνατότητα να προσανατολιστούμε μέσω των πιθανών αληθειών εναντίον των προφανών αναληθειών και να αγωνιστούμε εναντίον τους...Το καλό δεν υπάρχει, ωστόσο το κακό μου φαίνεται, ή μάλλον φοβάμαι, ότι υπάρχει όπως, χαρακτηριστικά, τονίζει ο εν λόγω συγγραφέας.
1) Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η
Ια ) ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣΗ παρούσα εργασία εκπονήθηκε στα πλαίσια του μεταπτυχιακού προγράμματος πολιτικής επιστήμης και κοινωνικής θεωρίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά συνέπεια, η εργασία έχει κυρίως βιβλιογραφικό χαρακτήρα και εισάγει στο βασικό μου ερευνητικό επιστημονικό στόχο που είναι η μελέτη της γέννησης, ανάπτυξης και δράσης των νέων κοινωνικών κινημάτων. Η εργασία αποτελείται από πέντε κεφάλαια, εκ των οποίων το εισαγωγικό αναφέρεται στη μεθοδολογία καθώς και στις έννοιες της κρίσης, του πολιτικού κόμματος και του κοινωνικού κινήματος. Το δεύτερο κεφάλαιο αναφέρεται γενικά στο διάλογο περί κρίσης των κομμάτων που διεξάγεται στο διεθνές επίπεδο, με μία ιδιαίτερη αναφορά στη Γαλλική περίπτωση που και επίκαιρη είναι και έχει το χαρακτήρα της τροχιοδεικτικής φωτοβολίδας για το άμεσο μέλλον στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το τρίτο κεφάλαιο εξειδικεύει τη σχετική συζήτηση στα ελληνικά πλαίσια και ειδικότερα αναφέρεται στην κρίση της αριστεράς στην Ελλάδα. Στο τέταρτο κεφάλαιο αναζητώνται τα αίτια που έδωσαν ώθηση στη γέννηση, ανάπτυξη και δράση των νέων κοινωνικών κινημάτων και στην προσπάθειά τους να διαμορφώσουν νέες πολιτικές ταυτότητες. Τέλος, το πέμπτο κεφάλαιο αναφέρεται συνοπτικά στους ιστορικούς σταθμούς που σημάδεψαν την ανάπτυξη των νέων κοινωνικών κινημάτων στην Ελλάδα και προσπαθεί να διατυπώσει μία νέα υπόθεση εργασίας για τη μελλοντική σχέση ανάμεσα στην ποθούμενη νέα ριζοσπαστική αριστερά και στα νέα κοινωνικά κινήματα. Eπέλεξα να ξεκινήσω με μία βιβλιογραφική , ουσιαστικά, εργασία ως εισαγωγή στο αντικείμενο της γενικότερης επιστημονικής μου έρευνας. Προσπάθησα να χρησιμοποιήσω τις κύριες θεωρητικές επεξεργασίες για την κρίση των κομμάτων και να τις εντάξω μέσα στο ιστορικό-κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο διατυπώθηκαν χωρίς να προσφύγω, προς το παρόν, σε άλλες επιστημονικές ερευνητικές μεθοδολογίες (πχ ανάλυση λόγου, ανάλυση συμπεριφοράς κλπ).Το ερώτημα της υπόθεσης εργασίας διατυπώνεται ως εξής: κρίση των κομμάτων ή κρίση της αριστεράς;. Κατά τη γνώμη μου πρόκειται, ουσιαστικά, για κρίση της αριστεράς ως προτάγματος, ως στρατηγικής και θεωρίας ανατρεπτικής φύσης. Η ανοιχτή, πια, κρίση της αριστεράς αφαιρεί από τη μία από τις κοινωνικές τάξεις και στρώματα αναφοράς της τα πολιτικά εργαλεία για την ανάπτυξη των αγώνων τους και από την άλλη βοηθάει στην αναδιάρθρωση του πολιτικού σκηνικού σε συντηρητικότερες βάσεις. Η έλλειψη ανταγωνιστικού προς τον καπιταλισμό προτάγματος και η σύγκλιση των βασικότερων πολιτικών κομμάτων γύρω από τους κεντρικούς άξονες του αστισμού ωθεί ολοένα και περισσότερα κοινωνικά τμήματα στην παραίτηση από τον πολιτικό αγώνα. Έτσι προσδιορίζεται μία από τις προϋπόθεσης της ανάδυσης των νέων κοινωνικών κινημάτων.
Ιβ ) ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣΗ λέξη κρίση αποτελείται από πολλά σημαινόμενα. Εδώ θα αναφερθούμε σε τέσσερις βασικές κατηγορίες σηματοδοτήσεων που θεωρούμε ότι μπορούν να μας προσφέρουν τα πλαίσια μέσα στα οποία μπορούμε να κινηθούμε για να προχωρήσουμε στην εξέλιξη του θέματός μας.
Κατ' αρχήν πρέπει να γίνει αναφορά στους διαδικαστικούς ορισμούς της κρίσης(Wiener and Kahn, 1962). Καταχωρούμε τους εξής ορισμούς που εντάσσονται στα πλαίσια της πολιτικής επιστήμης. - Η κρίση είναι συχνά σημείο καμπής σε μίαν αναπτυσσόμενη διαδοχή γεγονότων και πράξεων. -Η κρίση είναι μία κατάσταση στην οποία απαιτείται υψηλός βαθμός δραστηριοποίησης των συμμετεχόντων. -Η κρίση απειλεί τους στόχους και τους σκοπούς των συμμετεχόντων. -Η κρίση ακολουθείται από ένα σημαντικό αποτέλεσμα του οποίου οι συνέπειες μορφοποιούν το μέλλον των συμμετεχόντων. -Η κρίση αποτελείται από τη σύγκλιση γεγονότων που καταλήγει σε ένα νέο σύνολο γεγονότων. -Η κρίση παράγει αβεβαιότητες στην εκτίμηση μίας κατάστασης και στο σχηματισμό εναλλακτικών λύσεων για την αντιμετώπισή της. -Η κρίση μειώνει τον έλεγχο επί των γεγονότων και των αποτελεσμάτων τους. -Η κρίση εντείνει την πίεση, που συχνά παράγει το στρες και την αγωνία των συμμετεχόντων. -Η κρίση είναι μία περίπτωση κατά την οποία η πληροφορία που διατίθεται στους συμμετέχοντες είναι, συνήθως, ανεπαρκής. -Η κρίση αυξάνει τις χρονικές πιέσεις για τους συμμετέχοντες. -Η κρίση χαρακτηρίζεται από αλλαγές στις σχέσεις ανάμεσα στους συμμετέχοντες. -Η κρίση αυξάνει τις εντάσεις ανάμεσα στους συμμετέχοντες. Σε κάποιες από τις θέσεις του δωδεκάλογου της διαδικασιολογικής θεωρίας για την κρίση συμπίπτουν και οι διαπιστώσεις των Μiller and Iscoe (1963), που προέρχονται από το χώρο των κοινωνιολογικών και ψυχολογικών ερευνών: -Μία κατάσταση κρίσης είναι μάλλον οξεία παρά χρόνια, αν και η διάρκειά της είναι συνήθως απροσδιόριστη. -η κρίση καταλήγει συχνά σε συμπεριφορές παθολογικές, όπως η ανικανότητα και η αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων. -η κρίση απειλεί τους στόχους των εμπλεκομένων ατόμων. -η κρίση είναι σχετική:αυτό που είναι κρίση για κάποιον μπορεί να μην είναι για κάποιον άλλο. -η κρίση προκαλεί ένταση στον οργανισμό και άγχος. Τέλος, η ντεσιζιονιστική θεωρία του C.Barnard (1962) αναφέρεται σε τρεις διαστάσεις της έννοιας κρίση: -αναγνώριση της φύσης του γεγονότος: εξωγενές ή ενδογενές για τους παραγωγούς αποφάσεων. -εκτίμηση του χρόνου απόφασης: βραχεία, μέση, μακρά διάρκεια. -εκτίμηση της σχετικής σημασίας των αξιών για τους συμμετέχοντες: υψηλή ή χαμηλή. Επίσης και για τον Barnard ισχύει η θέση ότι η κρίση για το ένα μέρος ενδέχεται να μην εκλαμβάνεται ως τέτοια από το άλλο μέρος. Τέλος, δίδεται ιδιαίτερο βάρος στο ερώτημα: η μονάδα απόφασης προκάλεσε την κρίση ή προκλήθηκε απ' αυτήν; Iγ) ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣΠριν προχωρήσουμε στην εννοιολόγηση του πολιτικού κόμματος, ας δώσουμε έναν ορισμό του επιθετικού προσδιορισμού του όρου πολιτικού, δηλαδή έναν ορισμό της πολιτικής. Ο Θ.Διαμαντόπουλος (1989) προβαίνοντας στον συγκερασμό που έδωσε ο S.Finer (1989) , καθώς και οι S.Rokkan and S.Lipset, θεωρεί ότι πρέπει να διακρίνουμε σε Πολιτική ως πεδίο πάλης και ανταγωνιστικής δραστηριότητας για την επίλυση γενικής εμβέλειας διαφορών και σε πολιτική ως συγκεκριμένη πρόταση αντιμετώπισης συγκεκριμένων θεμάτων (σε αντιστοιχία με τους αγγλικούς όρους Politics και policy) . Ως εκ τούτου , και επειδή για την ύπαρξη Πολιτικής απαιτείται συμφωνία για την ανάγκη κοινωνικής συνύπαρξης μίας ομάδας, η οποία είναι αδιανόητη χωρίς κανόνες γενικής εφαρμογής και ισχύος καθώς και σύγκρουση αντιθέτων ή ανταγωνιστικών απόψεων για το ποιοι θα είναι οι κανόνες αυτοί(Θ.Διαμαντόπουλος,1989,σ.σ.21-4), συνάγεται ότι τα πολιτικά κόμματα είναι τμήματα της κοινωνίας που πρέπει να επιτελούν δύο βασικότατες λειτουργίες: αυτήν της σύγκρουσης, γιατί προωθούν ανταγωνιστικές πολιτικές και αυτήν της ενσωμάτωσης, γιατί η ανταγωνιστική αυτή αντιπαράθεση αφορά την ενιαία Πολιτική ενός οργανωμένου συνόλου. Η λέξη κόμμα δηλώνει ένα μέρος ενός όλου . Υπάρχει μία γενική συμφωνία ότι το κόμμα θέλοντας να προσεγγίσει την εξουσία για να εφαρμόσει την προγραμματική του Πολιτική πρόταση και να υλοποιήσει τις προγραμματικές του πολιτικές σε κάθε ζήτημα αναζητάει ψήφους κάτω από ένα αναγνωρίσιμο σύμβολο(1). Συνεπώς, το κόμμα είναι ένα μέρος που διαμεσολαβεί την κοινωνία και την εξουσία. Τα κόμματα με μία έννοια λειτουργούν στο εσωτερικό ενός πολιτικού συστήματος σε αντίθεση με τις ομάδες πίεσης που είναι εξωτερικές του πολιτικού συστήματος και προσπαθούν να επιδράσουν επί της εξουσίας και δεν επιδιώκουν να κατακτήσουν την εξουσία: παράγουν δηλαδή εκροές (outputs) του πολιτικού συστήματος (Θ.Διαμαντόπουλος, 1989, σ.σ.34-5). Επίσης ο G.Sartori επισημαίνει ότι κόμμα είναι όποια πολιτική ομάδα αναγνωρίζεται από ένα επίσημο σύμβολο το οποίο παρουσιάζει στις εκλογές, και είναι σε θέση να αναδείξει μέσω εκλογών (ελεύθερων ή ανελεύθερων) υποψηφίων για τα δημόσια αξιώματα. Τέλος, η άποψη ότι κόμμα είναι οργάνωση ατόμων που αναζητάει μέσα από εκλογικές και μη εκλογικές διαδικασίες την άδεια ενός κοινού (ή ενός μέρους του) να τοποθετήσει ειδικούς εκπροσώπους της στα ιδιαίτερα κυβερνητικά αξιώματα για να ασκούν την πολιτική εξουσία. Η πιο πλήρης ερμηνευτική απόδοση της έννοιας του πολιτικού κόμματος οφείλει να λάβει υπόψη της και την ιδεολογία και τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται για να επιβάλουν οι οργανώσεις πολιτών που επιζητούν την κατάληψη της εξουσίας επί των ψηφοφόρων και των οπαδών ούτως ώστε να χρησιμεύουν ως λεκτική συγκολλητική ουσία και συμβολική νομιμοποίηση(K.Lenk,1990,σ.σ.176-220). Ιδ ) Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣΑιτήματα που προβάλλονται και προσπάθειες που καταβάλλονται από ευρύτερα κοινωνικά σύνολα, που επιδιώκουν την επίτευξη περιορισμένων ή ευρύτερων διαρθρωτικών μεταβολών στο υφιστάμενο σύστημα κοινωνικών σχέσεων, χωρίς όμως η δράση τους αυτή να δημιουργεί μόνιμες μορφές πολιτικής οργάνωσης και δράσης. Κοινωνικά κινήματα είναι πχ το κίνημα κατά των φυλετικών διακρίσεων στις ΗΠΑ, το φοιτητικό κίνημα του 1968, το κίνημα για την απελευθέρωση της γυναίκας. Παλαιότερα, ο όρος κοινωνικό κίνημα ήταν ταυτόσημος με την επίλυση του εργατικού ζητήματος και το εργατικό κίνημα. Αναλύοντας τον παραπάνω ορισμό αντιλαμβανόμαστε ότι τρία είναι τα βασικά στοιχεία που διακρίνονται: οι προσπάθειες, οι διαρθρωτικές μεταβολές των κοινωνικών σχέσεων και, τέλος, η μη δημιουργία μόνιμων μορφών πολιτικής οργάνωσης και δράσης. Με τον τρόπο αυτό μπορούμε να ξεχωρίσουμε ένα κοινωνικό κίνημα, όσο καλά οργανωμένες δομές και να διαθέτει, από ένα πολιτικό κόμμα. Παρά την ύπαρξη οργανωμένων ομάδων μελών του και τις επιδιώξεις τους ένα κοινωνικό κίνημα δεν έχει ποτέ στο σύνολό του μέχρι σήμερα κατορθώσει να αρθρώσει πολιτικό λόγο και να καταστρώσει πολιτικό πρόγραμμα για λογαριασμό ολόκληρου του κοινωνικού συνόλου. Ένα κοινωνικό κίνημα αμφισβητεί και ασκεί κριτική στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων αλλά δεν την καταργεί ούτε και την αλλάζειεν τούτοις, με τη δράση των κοινωνικών κινημάτων ενώ τίποτα δεν έχει αλλάξει τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Οι μεταρρυθμίσεις και βελτιώσεις της κατάστασης σε όλες τις δομές και λειτουργίες του πολιτικο-κοινωνικού συστήματος καθώς και στους προσανατολισμούς του γίνονται φανερές: πχ. κράτος πρόνοιας, ισότητα των γυναικών κ.α. Ακόμη και αν τα κοινωνικά κινήματα θέτουν στόχους μη πραγματοποιήσιμους στα πλαίσια του συστήματος, παρ' όλ' αυτά κατορθώνουν να λειτουργούν ως φορείς ανανέωσης του ίδιου του συστήματος.(Β.Φιοραβάντες,1992 , Η.Κitschelt,1993, The Movement Συλλογικό έργο 1988, Μ.Νιέλ,1977)
ΙΙ ) Η Α Ρ Χ Η Τ Η Σ Κ Ρ Ι Σ Η Σ Ε Ι Ν Α Ι Τ Ο Η Μ Ι Σ Υ Τ Η Σ
ΙΙα ) ΚΡΙΣΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣΗ εκκίνηση της κρίσης των κομμάτων, δηλαδή το σημείο καμπής στην ανάπτυξη της αλληλουχίας γεγονότων και πράξεων, δεν μπορεί να εντοπιστεί με ακρίβεια κι αυτό γιατί δεν μπορεί να προσδιοριστεί από ποίο χρονικό σημείο και ύστερα αρχίζουν τα κόμματα να μην είναι σε θέση να παίξουν τους παραδοσιακούς τους ρόλους και να επιτελούν τις συνταγματικές και πολιτικές τους λειτουργίες. Ο Θανάσης Διαμαντόπουλος ξεκινώντας από την εκτίμηση ότι κατά παράδοση τα κόμματα είναι ιδεολογικά έμφορτες προτάσεις εξουσίας, δηλαδή το συστατικό τους στοιχείο είναι η ιδεολογία, οριοθετεί την έναρξη της κρίσης κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 80. Οι αιτίες τις οποίες εντοπίζει σχετίζονται με την κατάρρευση του αυτοαποκαλούμενου υπαρκτού σοσιαλισμού που λειτουργούσε ως το αντίπαλο δέος στον καπιταλισμό, τη διάλυση των μεγάλων συνεκτικών μύθων που, ελλείψει συγκροτημένων σε πολιτική οργάνωση αντικαπιταλιστικών δυνάμεων της κοινωνίας, οδήγησε σε αποθέωση του εμπειρισμού και της ωμής διαχείρισης και τέλος, με τη μακρά μετάβαση στη λεγόμενη μεταβιομηχανική κοινωνία κατά τη διάρκεια της οποίας αναδεικνύονται νέες ταξικές διαστρωματώσεις και υποβαθμίζονται παραδοσιακές επαγγελματικές ομάδες(Θ.Διαμαντόπουλος,1995,σ.σ.13-29). Το σημείο καμπής προσδιορισμένο ως μία ολόκληρη χρονική περίοδος δεν φαίνεται να φθάνει ακόμα στο τέλος του. Το παλιό αρνείται να παραδοθεί αμαχητί και το νέο δεν έχει ακόμα παρουσιάσει μία καθαρή εικόνα του. Οι δημοσκοπήσεις και οι ποιοτικές έρευνες δείχνουν καθαρά ότι οι πολίτες από τη μία δεν ταυτίζονται πλέον με τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα και από την άλλη δεν δίνουν ευκαιρίες στα καινούργια(Η.Νικολακόπουλος, έρευνα Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, 18/12/95). Όμως πρόκειται για γενική κρίση όλων των πολιτικών κομμάτων ή για κρίση του συμβατικού πολιτικού λόγου; Είναι κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αυτής καθ' εαυτής ή κρίση αντιπροσωπευτικότητας; Είναι κρίση μόνο μίας πλευράς του πολιτικού φάσματος που προσδιορίζεται από την άμεση αναφορά στην ιδεολογία της σοβιετικής αυτοκρατορίας που κατέρρευσε ή μήπως η κρίση αγκαλιάζει όλες τις δυνάμεις του πολιτικού φάσματος; Η συζήτηση για την κρίση πρέπει να λάβει υπόψη της και τα ερωτήματα αυτά. Γιατί είναι έντονος ο προβληματισμός εκείνων που θεωρούν πως δεν πρόκειται για γενική πολιτική κρίση, πως η κρίση δεν αφορά αυτή καθεαυτή την αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Η κρίση αντιπροσωπευτικότητας ερμηνεύεται ως κρίση δημιουργικότητας, αδυναμία σύνθεσης και επεξεργασίας που παρουσιάζουν τα συλλογικά υποκείμενα της πολιτικής(Ε.Βενιζέλος, 1993, σ.σ.11-16).Ως φαινόμενα που αποδεικνύουν του λόγου το αληθές αναφέρονται ο διεθνής κλονισμός των μεγάλων ιδεολογιών που βοήθησε στη συρρίκνωση ακόμη και των ρεαλιστικών στρατηγικών ης σοσιαλδημοκρατίας, η κατάργηση των απλών γεωπολιτικών εξισώσεων που συνέθλιψε τα παγκόσμια δίκτυα των διεθνών των ιδεολογικών ρευμάτων και ώθησε τα κόμματα να αναζητήσουν νέους φίλους κι εχθρούς διαφορετικούς από αυτούς της εποχής του διπολισμού και η ακύρωση βασικών συμβάσεων του κοινωνικού κράτους με την ταυτόχρονη ανάδειξη των τεχνοκρατών σε μοναδική πηγή πολιτικής παραγωγής. Η ίδια συλλογιστική φωτίζει και το ρόλο της αριστεράς στη μεγέθυνση των επιπτώσεων της κρίσης: ένα ρεύμα της - κυρίαρχο στην Ελλάδα - προσανατολίστηκε στην υιοθέτηση των προτύπων της κοινωνικής δομής και του πολιτικού συστήματος του καταρρεύσαντος υπαρκτού σοσιαλισμού και ένα άλλο ρεύμα της - παρά την ανομοιογένειά του πλειοψηφικό στην ευρωπαϊκή αριστερά, μειοψηφικό στην Ελλάδα - δεν κατάφερε, πέρα από την υιοθέτηση της στρατηγικής του ειρηνικού περάσματος και την ανάδειξη ενός διαδικαστικού λόγου, να προτείνει ένα συνολικά διαφορετικό μοντέλο από το σοβιετικό και να υπερβεί έναν θεσμικό συντηρητισμό. Τέλος, στα πλαίσια της συλλογιστικής αυτής ιδιαίτερο ρόλο παίζει η κριτική του νεοκορπορατισμού, ο οποίος θεωρείται πηγή έμπνευσης για ορισμένους αναγκαίους χειρισμούς ως προς τις σχέσεις και τη στάση των κοινωνικών εταίρων, όμως οι μέθοδοί του δεν είναι αρκετές για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα μίας αμήχανης κοινωνίας. Μ' άλλα λόγια, δεν προσφέρει στους πολίτες εναλλακτικές λύσεις ή τουλάχιστον τη δυνατότητα συγκρότησής τους.
Η κρίση ως κρίση αντιπροσώπευσης, ως έλλειμμα αντιπροσώπευσης, γίνεται αποδεκτή και από την πλευρά εκείνη που διατηρεί στην επικαιρότητα το βασικό μεθοδολογικό πυρήνα της σχολής των κοινωνικών συγκρούσεων(Chantal Mouffe,1995,p.p.500-2). Με χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφοράς τη Γαλλική περίπτωση των προεδρικών και δημοτικών εκλογών του 1995, υποστηρίζεται ότι η κοινωνική πόλωση ανάμεσα στις ελίτ και στο λαό είναι ακόμη βασική έννοια-κλειδί για την κατανόηση της πολιτικής και ιδιαίτερα της Γαλλικής( Ε.Τοdd,1995). Απορρίπτεται η υπόθεση μίας κεντρώας κοινωνίας χωρίς ιδεολογία. Οι τάξεις, και ιδιαίτερα η εργατική, συνεχίζουν να υφίστανται, παρά τις ανασυνθέσεις τους: μείωση του αριθμού των μελών της βιομηχανικής εργατικής τάξης, αύξηση των χαμηλόμισθων εργατών λευκού κολάρου που είναι συνολικά η πλειοψηφία του Γαλλικού πληθυσμού(50-55%) και αποτελεί αυτό που αποκαλείται κοινωνική αριστερά η οποία και δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της στα κατεστημένα αριστερά πολιτικά κόμματα (κυρίως το Γ.Σ.Κ. και, δευτερευόντως, το Γ.Κ.Κ.) καθιστάμενη, εν δυνάμει, επικίνδυνη για το πολιτικο-κοινωνικό status-quo, λόγω της αντι-ελιτίστικης και αντι-συναινετικής της συμπεριφοράς. Αυτή τη συμπεριφορά προκαλεί, σύμφωνα με την άποψη αυτή, η υιοθέτηση από τα παραδοσιακά κυρίαρχα πολιτικά κόμματα(κεντροδεξιός συνασπισμός και Γ.Σ.Κ.) της διεθνοποίησης/παγκοσμιοποίησης της οικονομίας που επιδρά έντονα αρνητικά στα λαϊκά στρώματα της κοινωνίας. Ενδεικτικό της συμπεριφοράς αυτής στοιχείο είναι η απόρριψη από τους μισούς ψηφοφόρους της Γαλλίας της συνθήκης του Maastricht και η μαζική ψήφιση υπέρ των εκτός επίσημου πολιτικού πλαισίου υποψηφίων για τις προεδρικές και δημοτικές εκλογές (Le Pen, De Villier και Laguilleur, Robert Y ). Οι ψηφοφόροι θεωρήθηκαν ως οπισθοδρομικοί και εθνικιστές από τους εκπροσώπους των κυρίαρχων πολιτικών κομμάτων που δεν φάνηκαν να έχουν ιδιαίτερη επαφή με την νέα πραγματικότητα. Η υποτίμηση αυτή των ψηφοφόρων από την πλευρά των κομμάτων αντανακλά με ανάγλυφο τρόπο την έντονη κρίση στο λόγο και στη σκέψη των κομματικών γραφειοκρατιών και η οποία συνδέεται με την έλλειψη γνώσης για τους τρόπους κατασκευής της πολιτικής ταυτότητας. Επιπροσθέτως, ανασταλτικός παράγοντας για την κατανόηση της κοινωνικο-πολιτικής διάστασης της κρίσης από πλευράς αριστερών κομμάτων είναι η , ταυτόχρονη με την αποδοχή από τη μεριά τους των αρχών του πολιτικού πλουραλισμού και των φιλελεύθερων δημοκρατικών θεσμών, παραίτησή τους από την όποια προσπάθεια να προσφέρουν μίαν εναλλακτική λύση στην παρούσα ηγεμονική τάξη πραγμάτων. Αν υπάρχει ένα νόημα στη δημοκρατική ιδέα αυτό είναι η ρήξη με τη συμβολική αναπαράσταση της κοινωνίας ως ενός οργανικού σώματος και η συνακόλουθη ανοιχτή έκφραση μέσα στη δημοκρατική κοινωνία των συγκρουόμενων συμφερόντων και αξιών. Τελικό συμπέρασμα των εκφραστών της άποψης αυτής είναι ότι το θόλωμα των ιδεολογικο-πολιτικών γραμμών ανάμεσα σε δεξιά και αριστερά, ανάμεσα στις έννοιες της ελευθερίας και της ισότητας για όλους, έχει σημαντικές συνέπειες για την πολιτική δυναμική και την κατασκευή των πολιτικών ταυτοτήτων : η δυσαρέσκεια απέναντι στα πολιτικά κόμματα αυξάνει και η συμμετοχή των πολιτών στα κοινά μειώνεται. Αυξάνεται η απόσταση ανάμεσα στο εμείς και στο αυτοί, η δημοκρατική ανοχή απέναντι στον άλλο μειώνεται μέχρι αυτός να γίνει εχθρός και αποδιοπομπαίος τράγος. Ο πολιτικός λόγος του λαϊκισμού κρύβει μέσα στις γραμμές του τον εθνικισμό και το ρατσισμό που αντιστρέφουν τη φορά της συμμετοχής. Η κρίση των κομμάτων της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας είναι εντυπωσιακή και επιβεβαιώνει τα στοιχεία του ορισμού : σημεία καμπής οι συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, στόχοι και σκοποί των συμμετεχόντων που απειλούνται από το πολιτικό-κοινωνικό κόστος των πολιτικών επιλογών, αβεβαιότητα για τις επιλογές και τις εναλλακτικές λύσεις που προτείνονται, στρες και αγωνία στους κομματικούς μηχανισμούς κλπ. Ιιβ) ΤΟ ΚΟΜΜΑ - ΚΑΡΤΕΛ Πρόκειται όμως πράγματι για κρίση των κομμάτων ; Οι Peter Mair και Richard Katz έχουν μία διαφορετική γνώμη. Εισάγουν την έννοια του κόμματος-καρτέλ (P.Mair and R.Katz, 1995). Η σταδιακή ανάδυση του κόμματος-καρτέλ ως κομματικού τύπου που διαδέχεται το πανσυλλεκτικό κόμμα (Ο.Kirchheimer, 1967) εξελίσσεται μέσα στις συνθήκες της κοινωνίας της αφθονίας, της έντασης των ρυθμών κοινωνικής κινητικότητας που οφείλεται στην εισβολή των μαζών στους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς και συνεχώς μεγιστοποιείται σε σχέση με το παρελθόν , της ανάπτυξης των παντός είδους μέσων μαζικής επικοινωνίας που διαδίδουν έναν ομοιόμορφο πολιτιστικό κώδικα. Το κόμμα-καρτέλ εντείνει στο έπακρο τα χαρακτηριστικά του παν-συλλεκτικού ταυτόχρονα όμως υπονομεύει τις βασικές αξίες συγκρότησής του. Δεν είναι πλέον το κόμμα που ελέγχει το κράτος αλλά το κράτος που ελέγχει το κόμμα. Τα κυρίαρχα κόμματα της δεξιάς, της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς έχουν, στη διάρκεια των τελευταίων τριάντα χρόνων, δοκιμαστεί στην πράξη ως κυβερνητικά κόμματα. Ακόμα κι αν ένα κόμμα, όπως στην περίπτωση του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος, μαραζώνει για μακρά χρονική περίοδο στην αντιπολίτευση, αυτό σπάνια σημαίνει άρνηση πρόσβασης στα οφέλη του κράτους, ούτε καν τουλάχιστον σε κάποιο μερίδιο πελατειακών διορισμών. Όταν δεν υφίσταται αυτή η άμεση ή έμμεση πρόσβαση, η ύπαρξη ομάδων πίεσης σε συνδυασμό με τη δράση της αντιπολίτευσης επιφέρει αλλαγές στην κυβερνητική πολιτική. Τα ΜΜΕ που ολοένα και πιο συχνά φιλοξενούν τις απόψεις της αντιπολίτευσης (ειδικά με την εδραίωση της πρωτοκαθεδρίας της ιδιωτικής τηλεόρασης ο συσχετισμός γέρνει σε βάρος των κυβερνητικών κομμάτων) με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται ο ρόλος του ειδικού κομματικού τύπου στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η κρατική χρηματοδότηση των κομμάτων είναι μία από τις άμεσες συνέπειες της συνταγματικής κατοχύρωσης του ρόλου τους στην πολιτική ζωή των σύγχρονων κοινωνιών με αποτέλεσμα την υποβάθμιση του ρόλου του κομματικού μηχανισμού ως συλλογέα οικονομικών πόρων για την ύπαρξη και δράση του κόμματος. Το κόμμα-καρτέλ που γεννιέται κατ' αυτόν τον τρόπο χαρακτηρίζεται από την αλληλοδιείσδυση κράτους και κόμματος, καθώς και από ένα είδος διακομματικής συμπαιγνίας. Είναι δυνατόν να μιλήσουμε και για κομματικό σύστημα-καρτέλ όπως στις περιπτώσεις της Αυστρίας, της Γερμανίας και της Ολλανδίας από το 1960 ως το 1980 όταν υπήρξαν κυβερνήσεις μεγάλων συνασπισμών κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς. Οι διακομματικές συμφωνίες προβλέπουν την κατανομή των κρατικών λαφύρων ανάλογα με διάφορα κριτήρια (πχ. εκλογική δύναμη κλπ.). Η υπερίσχυση αυτού του κομματικού τύπου στη σύγχρονη κοινωνία δεν συνεπάγεται την αυτόματη εξαφάνιση των προγενέστερων τύπων κομμάτων(στελεχών, μαζών, παν-συλλεκτικών κλπ.). Η έννοια του κομματικού τύπου είναι, σύμφωνα με τη Βεμπεριανή μέθοδο, ένας ιδεό-τυπος: προσδιορίζει τα οριακά χαρακτηριστικά που κυριαρχούν σε μίαν ολότητα. Οι πολιτικοί στόχοι και η βάση του ανταγωνισμού των κομμάτων θεωρούνται ως τα χαρακτηριστικά εκείνα που κάνουν τη διαφορά. Το ζήτημα της κοινωνικής μεταρρύθμισης - ή και της αντίθεσης σ' αυτήν- κυριάρχησε στην εποχή των κομμάτων-μαζών και αυτά ανταγωνίζονταν στη βάση της αντιπροσωπευτικής ικανότητας. Η κοινωνική βελτίωση - και όχι η συνολική μεταρρύθμιση- είναι το κύριο ζήτημα της εποχής των παν-συλλεκτικών κομμάτων που ανταγωνίζονται στη βάση της αποτελεσματικότητας της πολιτικής τακτικής. Τέλος, με την ανάδυση του κόμματος-καρτέλ, έρχεται μία περίοδος στην οποία οι στόχοι της πολιτικής, τουλάχιστον σήμερα, αναφέρονται όλο και περισσότερο στο εγώ, με την ίδια την πολιτική να έχει γίνει ένα -τεχνοκρατικό- επάγγελμα, ο δε ανταγωνισμός μεταξύ των κομμάτων να αναπτύσσεται στη βάση των αξιώσεων για αποτελεσματικότερη και αποδοτικότερη διαχείριση. Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται ο εκλογικός ανταγωνισμός η ανάδυση του κόμματος-καρτέλ φαίνεται να ενισχύει το στοιχείο της διακομματικής συμπαιγνίας : η επιβίωση του πολιτικού προσωπικού στα πλαίσια της κρατικής εξουσίας και η διαχειριστική λογική για την πολιτική παρέμβαση θέτουν τα κυρίαρχα αυτά κόμματα μπροστά σε διλήμματα που σχετίζονται με τον εκλογικό νόμο και το θεσμικό-κανονιστικό, εν γένει, πλαίσιο εντός του οποίου διεξάγονται οι εκλογικοί αγώνες. Οι επιπτώσεις στην κομματική στρατηγική είναι πολλές:πρώτα απ' όλα, στην επικοινωνιακή εκλογική στρατηγική, το κόμμα-καρτέλ γίνεται όλο και περισσότερο εντάσεως κεφαλαίου αντί εντάσεως εργασίας, δηλαδή η εθελοντική δουλειά των μελών υποχωρεί έναντι της συγκεντρωτικής-επαγγελματικής δραστηριότητας των κομματικών managers που μισθοδοτούνται είτε μέσω της κρατικής χρηματοδότησης είτε με τη μέθοδο της απόσπασης από οργανική θέση του δημοσίου τομέα. Τα μέλη του κόμματος έχουν περισσότερα καταστατικά δικαιώματα σε σχέση με τα μέλη του κόμματος μαζών ή των παν-συλλεκτικών κομμάτων όμως η διάκριση του μέλους από τον οπαδό γίνεται ολοένα και πιο ασαφής. Η απεύθυνση μέσω των ΜΜΕ στον ανώνυμο πολίτη και, κατά συνέπεια, η απόσπαση της ηγεσίας από τον κορμό της κομματικής οργάνωσης - χαρακτηριστικό και του παν-συλλεκτικού - είναι φαινόμενα που χαρακτηρίζουν όλο και περισσότερο τα κόμματα-καρτέλ. Οι διαφημιστικές καμπάνιες στηρίζονται πιο πολύ στη μορφή παρά στο περιεχόμενο ανταποκρινόμενες στις απαιτήσεις της λογικής των ΜΜΕ - και ιδιαίτερα των ηλεκτρονικών. Συνοψίζοντας τα παραπάνω, βλέπουμε κατ' αρχήν ότι το κόμμα-καρτέλ ανταποκρίνεται σε ένα κομματικό σύστημα που ταιριάζει στα μέτρα και σταθμά μίας μεταβιομηχανικής κοινωνίας (D.Bell, 1967), δηλαδή στην κοινωνία που χαρακτηρίζεται από την πλήρη κυριαρχία της τεχνολογίας της πληροφορικής σε όλο και περισσότερους τομείς της οικονομίας και της κοινωνίας. Τα κόμματα τα οποία επιθυμούν να διατηρηθούν στην πολιτική ζωή αναπροσαρμόζουν τη στρατηγική τους σύμφωνα με τα νέα δεδομένα : κυριαρχία του συμβολικού λόγου, υποχώρηση της άμεσης και μαζικής κινητοποίησης των πολιτών, επαγγελματοποίηση της πολιτικής. Αυτή η κατάσταση δεν είναι κατά τους P.Katz και R.Mair μία κατάσταση κρίσης. Αντίθετα τα κόμματα ενδυναμώνονται αγκυροβολώντας στο κράτος. Η υποχώρηση της αντίληψης περί άμεσης και μαζικής κινητοποίησης των πολιτών δεν οδήγησε σε αδύναμα κόμματα. Επειδή όμως τα κόμματα δεν υπόκεινται σε σιδερένιους νόμους που νομοτελειακά καθορίζουν την εξέλιξή τους αλλά είναι οργανώσεις πολιτών, δηλαδή βουλησιαρχικές και ιστορικές, που προσπαθούν να παρέχουν σ' όλα τα επίπεδα παρέχοντας πρόγραμμα και προτάσεις εξουσίας, αποδεικνύουν ότι όταν το σύστημα-καρτέλ δεν αποδίδει επιδιώκουν τη ρήξη μ' αυτό : η περίπτωση της Αυστρίας απέδειξε ότι από τη στιγμή που συγκροτήθηκαν δύο διαφορετικά πολιτικά προγράμματα για την αντιμετώπιση της αυξανόμενης κοινωνικής δυσφορίας, έστω και εντός του πλαισίου της καπιταλιστικής οικονομικής πραγματικότητας το σύστημα δεν μπόρεσε να λειτουργήσει όπως πριν. Συνεπώς η ερμηνευτική ικανότητα της θεωρίας των Katz και Μeir τίθεται υπό αμφισβήτηση. Αμφισβήτηση που γίνεται εντονότερη από την πλήρη κατάρρευση του κλασικότερου συστήματος- καρτέλ : αυτού της Ιταλίας. Η τοποθέτηση του κόμματος-καρτέλ στην καρδιά του κράτους αφήνει χώρο για την ανάπτυξη νέων κοινωνικό-πολιτικών κινημάτων που επιδιώκουν να εκφράσουν την επιστροφή των πολιτών στο τοπικό επίπεδο πολιτικής παρέμβασης, τα νέα αιτήματα για την ικανοποίηση των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών που δεν διαμεσολαβούνται από τα κόμματα-καρτέλ. Ιιγ ) ΣΥΣΤΗΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣΣτο διεθνή διάλογο συζητιόνται επίσης και οι συστημικές απόψεις (Κ.Deutsch,1973) και οι νεοφιλελεύθερες απόψεις περί κρίσης. Ο K.Deutsch προσθέτει δύο βασικές λειτουργίες στο κοινωνικό σύστημα που περιγράφει ο Τ.Parsons (1969, p.33) κι έτσι μπορεί να διακρίνει τα πολιτικά συστήματα σε ανώτερα και σε κατώτερα : οι δύο νέες λειτουργίες είναι η αλλαγή στόχων και η αυτοδιοίκηση και προστίθενται στις λειτουργίες της διατήρησης προτύπων, της προσαρμογής στο περιβάλλον, της επιδίωξης στόχων και της ολοκλήρωσης. Ένα σύστημα είναι ανώτερο όταν μπορεί μέσα από τους μηχανισμούς και τις λειτουργίες της αυτοδιοίκησης να αλλάξει τους στόχους του. Καθοριστικός παράγοντας για να κριθεί η ικανότητα ενός συστήματος είναι ο χρόνος στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Επίσης σημαντικό ρόλο παίζουν και ο βαθμός των πιέσεων που ασκούνται στο σύστημα καθώς και η δυνατότητα αξιολόγησης των πληροφοριών. Κατά τον Deutsch, ένα ανοιχτό σύστημα είναι ανώτερο γιατί μπορεί μέσα από την ύπαρξη αναπτυγμένης κοινωνίας πολιτών, δημοκρατικών θεσμών και διαύλων επικοινωνίας ανάμεσα στο σύστημα και στο περιβάλλον να ανταποκριθεί ικανοποιητικά στις πιέσεις του τελευταίου, να αναπροσαρμόσει τους στόχους του και τις λειτουργίες του για την επίτευξη νέων σκοπών και να ενσωματώσει τους κυριότερους φορείς των ασκουμένων πιέσεων Το ζήτημα αφορά τόσο το πολιτικό σύστημα συνολικά όσο και τα επιμέρους κόμματα που επιδρούν το ένα επί του άλλου. Κόμματα με εσωτερικές δομές μη δημοκρατικές αφήνουν το στίγμα τους στη συγκρότηση του συνολικού πολιτικού συστήματος και ταυτόχρονα το ίδιο το πολιτικό σύστημα επιδρά πάνω στη συγκρότηση των κομμάτων. Μία αντιπαραβολή πχ του πολιτικού συστήματος των ΗΠΑ και της ΟΔΓερμανίας είναι αρκετή για να δείξει του λόγου το αληθές (Μ.Παπακωνσταντίνου 1992, K.Lenk 1990). Oι νεοφιλελεύθερες θεωρίες στηρίζονται στη διαπίστωση ότι το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες μίας ραγδαία αναπτυσσόμενης πολύπλοκης κοινωνίας με συνέπεια να καθίστανται ακυβέρνητες (Μ.Olson, 1982). Τα κόμματα συνέβαλαν στην αύξηση του δημόσιου τομέα σε βάρος της οικονομίας δημιουργώντας έτσι αξεπέραστα προβλήματα πληθωρισμού και ανεργίας και έτσι θεωρούνται υπεύθυνα για την κρίση αξιοπιστίας τόσο του κράτους όσο και του κομματικού συστήματος στο βαθμό που δεν είναι πλέον ικανά να προσφέρουν λύσεις. Συνεπώς δεν μπορούν να επιτελέσουν τις λειτουργίες της αντιπροσώπευσης και της ενσωμάτωσης οδηγώντας τα μέλη και τους ψηφοφόρους τους σε άλλες λύσεις : ιδιώτευση, νέα πολιτικά σχήματα, συμμετοχή σε μη πολιτικούς θεσμούς ενσωμάτωσης (αθλητικά σωματεία, παραθρησκευτικές αιρετικές ομάδες κλπ.). Η πρόταση διεξόδου που επεξεργάστηκαν οι νεοφιλελεύθεροι θεωρητικοί μεταφέρει την ευθύνη για την υπέρβαση της κρίσης των οικονομικών στην αγορά, των κοινωνικο-πολιτιστικών στην κοινωνία, των πολιτικών στο κράτος (διοίκηση, κόμματα) για την ενίσχυση της εποπτικής, ελεγκτικής και πηδαλιουχικής του ικανότητας με παράλληλη μείωση της οικονομικής του παρέμβασης υπέρ των δυνάμεων της αγοράς (Γ.Ράσκε,1993)
ΙΙΙ ) ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΟΜΜΑΤΙΣΜΟΥ ΄Η ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ;Η ιστορία του ελληνικού κομματικού συστήματος φθάνει στη δική της καμπή. Η εξάντληση των ιδεολογικών καυσίμων των κομματικών μηχανών όπως αυτές διαμορφώθηκαν μέσα από την επισώρευση των συνεπειών των διαιρετικών τομών (Η.Νικολακόπουλος, 1985) του 20ού αιώνα -και κυρίως του εμφυλίου πολέμου- και που οδήγησαν στη δημιουργία των τριών μεγάλων κομματικών οικογενειών (δεξιά, κέντρο, αριστερά) προκαλεί τη μεγαλύτερη κρίση ταυτότητας των κομμάτων τα οποία πρέπει να προσαρμοστούν σ' έναν κόσμο που αλλάζει ταχύτατα, σε μιαν ανοιχτή, πλέον, κοινωνία που διασυνδέεται καθημερινά μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των άλλων διεθνικών διακρατικών σχηματισμών με τα ιδεολογικο-πολιτικά ρεύματα τα οποία διατρέχουν την πολιτική σκέψη σε πλανητικό επίπεδο. Πώς όμως το ελληνικό κομματικό σύστημα και μέσα από ποιες ιδιαίτερες διαδρομές έφτασε στο σημείο καμπής και άρχισε να απορρυθμίζεται ; Τι σημαίνει κρίση στην ελληνική περίπτωση ; Ποιες είναι οι διαστάσεις της ; Ποιες εναλλακτικές στρατηγικές και με ποια κοινωνικο-πολιτικά υποκείμενα προτείνονται ; Το ερώτημα περί του πότε αρχίζει η κρίση του ελληνικού κομματικού συστήματος είναι ένα δύσκολο ερώτημα. Οι ιδιαίτερες διαδικασίες που ακολουθήθηκαν για τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους, η ιδιαιτερότητα της κοινωνικο-ταξικής δομής ο ρόλος και η θέση της χώρας στις γεωπολιτικές συντεταγμένες, η πολιτική κουλτούρα που διαμορφώθηκε ιστορικά και που δεν έχει ακόμα απειληθεί ουσιαστικά από τις νέες τάσεις σε τέτοιο βαθμό που να ανατραπούν στάσεις, αντιλήψεις και συμπεριφορές του παρελθόντος, είναι στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη αν θέλουμε να είμαστε σε θέση να εντοπίσουμε τις βασικότερες αιτίες που προσδιορίζουν την κρίση του ελληνικού κομματικού συστήματος καθώς και τις βραχυπρόθεσμες και μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές άρθρωσης ενός νέου πολιτικού λόγου και συγκρότησης νέων πολιτικο κοινωνικών κινημάτων. Το ζήτημα της κρίσης είχε αρχίσει να τίθεται στην ημερήσια διάταξη της πολιτικο-θεωρητικής συζήτησης ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 (Π.Μπακογιάννης, 1977) . Στην πρώτη φάση της συζήτησης θεωρείται ότι, συνολικά, το κοινοβουλευτικό σύστημα έχει εισέλθει στη φάση της κρίσης στο βαθμό που δεν ανταποκρίνεται στα δεδομένα της σύγχρονης κοινωνίας, έχοντας ταυτιστεί απολύτως με την έννοια της έμμεσης δημοκρατίας. Η διάσταση εξουσίας και κοινωνίας, διάσταση που υποτίθεται με την κατάλυση της μοναρχίας (συνταγματικής ή μη) θα ξεπερνιόταν, συνεχίζει να υφίσταται. Η κεντρική ιδέα πίσω από τη διαπίστωση αυτή είναι ότι το σύγχρονο αυταρχικό καθεστώς χαρακτηρίζεται από την πραγματική συγκέντρωση της δύναμης και των αποφάσεων στα χέρια μιας ολιγαρχίας, που είναι δεμένη με τις οικονομικές ομάδες και που το περιεχόμενο της απόφασης βρίσκεται σε μόνιμη αντίθεση με τη βάση και το συμπέρασμα είναι ότι έρχεται η παρακμή ως συνέπεια στην κοινωνικο-πολιτική διαδικασία, δηλαδή η κατάπτωση των ίδιων των πολιτικών κομμάτων που εξακολουθούν να δρουν αποκλειστικά στο επίπεδο του εκλογικού συστήματος και του κοινοβουλευτισμού, σε ένα επίπεδο επομένως που δεν είναι πια δυνατό να σχηματιστεί, να εκπροσωπηθεί και να ασκηθεί μία συλλογική θέληση που αναφέρεται σε θέματα αρχών (Π.Μπακογιάννης, 1977, σ.σ.30-1). Η παραπάνω συλλογιστική, αν και δεν αποσαφηνίζει ποιες είναι εκείνες οι οικονομικές ομάδες που έχουν τη δυνατότητα να επιδράσουν σε μεγάλο βαθμό στη διαδικασία λήψης αποφάσεων στο επίπεδο της κυβέρνησης και του κράτους οδηγώντας ίσως σε διάφορες πολιτικές κατευθύνσεις αντικρουόμενες μεταξύ τους, μας ανοίγει, εν τούτοις, διόδους για την εξερεύνηση των μονοπατιών που βγάζουν σε μία από τις πηγές που προσδιορίζουν την κρίση των κομμάτων : την εκτελεστική εξουσία και την ενίσχυσή της σε βάρος του κοινοβουλίου. Η εξέλιξη αυτή χαρακτηρίζεται από την τάση που τη διακρίνει για αυταρχικό κρατισμό (Ν.Πουλαντζάς, 1982, σ.σ.291-355), δηλαδή εντεινόμενη μονοπώληση από το Κράτος του συνόλου των τομέων της οικονομικο-κοινωνικής ζωής, μονοπώληση που σπονδυλώνεται με την οριστική παρακμή των θεσμών της πολιτικής δημοκρατίας και με τον δρακόντειο και πολύμορφο περιορισμό αυτών των λεγόμενων τυπικών ελευθεριών που ανακαλύπτουμε-τώρα που καταβαραθρώνονται- την πραγματικότητά τους. Η πραγματικότητα αυτή είναι οι συνθήκες του σύγχρονου μονοπωλιακού καπιταλισμού μέσα στο πλαίσιο του οποίου το κράτος και η γραφειοκρατική-τεχνοκρατική διοίκηση απορροφούν όλο και περισσότερες εξουσίες και αρμοδιότητες που προηγουμένως ανήκαν στο κοινοβούλιο, στους βουλευτές και τα κόμματα. Μία από τις πλέον συνηθισμένες πρακτικές της κρατικής εξουσίας είναι η έκδοση διαταγμάτων που υλοποιούν το γράμμα και το πνεύμα των γενικών νόμων-πλαισίων που ψηφίζει το κοινοβούλιο συνήθως υπό το καθεστώς του επείγοντος της διαδικασίας. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια πρακτική μεγαλύτερου αποκλεισμού των μαζών από τα κέντρα των πολιτικών αποφάσεων, διεύρυνσης της απόστασης ανάμεσα στους πολίτες και στον κρατικό μηχανισμό την ίδια στιγμή που αγκαλιάζει το σύνολο σχεδόν της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής. Το κράτος συγκεντρώνει σε πρωτόγνωρο, ακόμη και για τα ελληνικά δεδομένα, βαθμό τους πόρους της οικονομίας : οι κυβερνήσεις της ριζοσπαστικά φιλελεύθερης καραμανλικής Ν.Δ. κρατικοποιούν τράπεζες, δημιουργούν κρατικές βιομηχανίες. Οι πρώτες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ κοινωνικοποιούν το κράτος μέσω συμμετοχικών διαδικασιών αμβλύνοντας τις αιχμές του ριζοσπαστισμού της μεταπολίτευσης. Το κράτος γίνεται το πραγματικό κόμμα της αστικής τάξης. Το κοινοβούλιο γίνεται θάλαμος καταγραφής. Τα διάφορα κόμματα αντανακλούν μεν πραγματικές αντιφάσεις εντός του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας και μεταξύ των μερίδων του κεφαλαίου, όμως δεν είναι οι πραγματικοί τόποι χειρισμού των αντιφάσεων αυτών, αλλά τα μέσα διάδοσης των αντιφάσεων που εκδηλώνεται στο εσωτερικό των κρατικών μηχανισμών της εκτελεστικής εξουσίας. Το σύστημα δεν χρειάζεται πια το νομιμοποιητικό ρόλο που του πρόσφεραν τα πολιτικά κόμματα στο παρελθόν, ο ρόλος αυτός ανατίθεται στα μέσα μαζικής επικοινωνίας που προωθούν τη γενίκευση της κοινωνικής συναίνεσης στο τεχνοκρατικό αυταρχικό κράτος. Η εξέλιξη αυτή αφορά και τα κυβερνητικά και τα αντιπολιτευτικά κόμματα στο βαθμό που τα μεν πρώτα ενσωματώνονται όλο και πιο πολύ στο εσωτερικό των κρατικών μηχανισμών, τα δε αντιπολιτευόμενα αδυνατούν να συλλάβουν το νόημα των επερχόμενων πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων και των σχέσεων που εμπεδώνονται. Ο κυβερνητισμός διαβρώνει και τα αριστερά και τα εργατικά κόμματα που, έχοντας κατακτήσει θέσεις στην περιφέρεια του κράτους, ενδιαφέρονται όλο και περισσότερο να βρεθούν στην καρδιά του κράτους, με συνέπεια να δημιουργείται πολιτικό κενό στις σχέσεις εκπροσώπησης των αριστερών κομμάτων με τα εκμεταλλευόμενα κοινωνικά στρώματα . Το κενό αυτό αναλαμβάνουν να καλύψουν εν μέρει τα νέα κοινωνικά κινήματα που, παρά το γεγονός ότι ενδεχομένως και να δημιουργούνται στα πλαίσια της αντίθεσης κεφαλαίου και εργασίας, διευρύνουν τη θεματολογία ξεπερνώντας συχνά τα πλαίσια αυτά - θεματολογικές συγγένειες ανιχνεύονται ανάμεσα στις CO.BAS. στην Ιταλία και στις ανεξάρτητες εργατικές συσπειρώσεις στην Ελλάδα της τελευταίας εικοσαετίας. Το κομματικό σύστημα μπαίνει σε μία κρίση με άγνωστα αποτελέσματα και δίχως ορατή διέξοδο. Ο Ν.Πουλαντζάς με την κριτική του στον αυταρχικό κρατισμό προσέφερε στην πολιτική κοινωνιολογία σημαντικά νέα στοιχεία : την αποκάλυψη του ανορθολογικού, στην ουσία , χαρακτήρα της τεχνοκρατικής λογικής και την επισήμανση του αναδυόμενου νεοφιλελεύθερου ριζοσπαστισμού που ερχόταν να ενισχύσει στην πράξη τον αυταρχικό κρατισμό ολοκληρώνοντας όμως την αποδόμηση του κράτους πρόνοιας. Όμως μαζί με τα απόνερα πέταξε και το μωρό : το κοινωνικο-πολιτικό υποκείμενο. Η ανάλυσή του θεωρήθηκε ντετερμινιστική. Ο στρουκτουραλισμός στην πολιτική θεωρία αφαιρεί, ή εν πάσει περιπτώσει υποβιβάζει σε δεύτερη μοίρα, τον υποκειμενικό παράγοντα: τα κόμματα θεωρούνται ως απλά λειτουργικά εξαρτήματα του κρατικού μηχανισμού που τα σκοτώνουν όταν γεράσουν. Τα κόμματα είναι κατ' εξοχήν βολονταριστικοί μηχανισμοί που απαρτίζονται από άτομα τα οποία, παρ' όλες τις ταξικές και κοινωνικές επιρροές που δέχονται, ελεύθερα προσδιορίζουν τις επιλογές τους και εντάσσονται στα κόμματα - ενώσεις πολιτών(5). Εκφράζουν κοινωνικές-πολιτικές τομές κι αντιθέσεις και σε συνδυασμό με το νομικό-θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ζουν και αναπνέουν δεν γίνεται να εκλείψουν από τη μία μέρα στην άλλη. Αργά η γρήγορα κινούνται διαδικασίες εσωτερικής εξέλιξης και ανανέωσης που αναμετρώνται με αδράνειες και παρελθούσες αντιλήψεις. Από την έκβαση αυτής της μάχης κρίνεται η αποτελεσματική ή όχι ανανέωση. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της περιπέτειας της ελληνικής κομμουνιστικής αριστεράς : ακόμη και στις δύσκολες συνθήκες της δικτατορίας των συνταγματαρχών τέθηκαν σε κίνηση διαδικασίες υπέρβασης της κρίσης που, δυστυχώς , δεν έφεραν το ποθούμενο αποτέλεσμα στο βαθμό που προσέκρουσαν στη δογματική παράδοση και συντηρητική λογική με αποτέλεσμα την μακρόχρονη πορεία διασπάσεων, απογοήτευσης και παρακμής. Οι σημερινές εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ σημειώνονται υπό το βάρος της ανάγκης να ξεπεραστεί η κρίση τόσο σε πρωθυπουργικό επίπεδο όσο και στις σχέσεις εκπροσώπησης με τα κοινωνικά στρώματα που ταυτίστηκαν μ' αυτό το κόμμα. Όμως δεν είναι μόνο η στρουκτουραλιστική λογική που δεν βοηθάει αρκετά να κατανοήσουμε την κρίση του ελληνικού κομματικού συστήματος . Το ίδιο αναποτελεσματική είναι, κατά τη γνώμη μου, και η άποψη περί πολιτισμικού δυαδισμού (Ν.Διαμαντούρος, 1994). Θεωρείται ότι συνυπάρχουν ιστορικά στα πλαίσια της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας δύο εντελώς αντιθετικά συστήματα πρόσληψης της πραγματικότητας. Από τη μία πλευρά η μεταρρυθμιστική κουλτούρα και από την άλλη η underdog culture (η κουλτούρα των από κάτω) οι οποίες ανταγωνίζονται ήδη από την ιστορική στιγμή της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους να υπερισχύσει η μία επί της άλλης. Θεωρείται ότι η κουλτούρα των από κάτω στον α' ή β' βαθμό κυριάρχησε κατά τη διάρκεια της νεοελληνικής ιστορίας ως το 1985. Από τότε η μεταρρυθμιστική κουλτούρα κερδίζει συνεχώς έδαφος σε βάρος της κουλτούρας των από κάτω η οποία δίνει μάχες οπισθοφυλακής και χαρακωμάτων για τη διατήρηση των κεκτημένων. Γι' αυτό και ονομάστηκε το έτος 1985 ως στιγμή περιχαράκωσης : είναι το έτος που συμβολίζει την αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων στο πολιτικό στρατόπεδο της αλλαγής και της αναδιάταξης των πολιτικών προτεραιοτήτων του ΠΑΣΟΚ υπέρ ενός ήπιου νεοφιλελευθερισμού και σε βάρος του, έστω και υποτυπωδώς συγκροτημένου , κράτους πρόνοιας. Αυτή η κατάσταση όπου η νέα κουλτούρα αναδύεται και αγωνίζεται να υπερισχύσει ενώ η παλαιά δεν έχει ακόμη δηλώσει αποχαιρετισμό στα όπλα παράγει - και αναπαράγει - μία γενικευμένη πολιτική κρίση τα αποτελέσματα της οποίας διαχέονται εντός του συνόλου των πολιτικών κομμάτων αναδιατάσσοντας προηγούμενες ισορροπίες και προκαλώντας ρήξεις, διασπάσεις και αποσταθεροποιήσεις. Η λογική που διέπει αυτή την άποψη στηρίζεται , κατά τη γνώμη μου, στη θέση του E.P.Thompson για το λαϊκισμό. Η ταξική σύνθεση της ελληνικής κοινωνίας που έχει βάση της τη μικρή ιδιοκτησία, η γεωπολιτική θέση της Ελλάδας στο μεταίχμιο του Χριστιανικού Δυτικού Κόσμου και του Ισλαμικού Ανατολικού Κόσμου, η ιδιαιτερότητα της Χριστιανορθόδοξης λογικής, ο αμυντικός εθνικισμός, η κληρονομιά του σουλτανικού καθεστώτος με τη Βεμπεριανή έννοια και πολλοί άλλοι παράγοντες δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την εδραίωση της θέσης της κουλτούρας των από κάτω. Η ξενοφοβία, η συνωμοσιακή ερμηνεία των γεγονότων, η εθνικιστική ανασφάλεια που υποτάσσει το δημοκρατικό στοιχείο, η μανιχαϊκού τύπου διαίρεση του κόσμου σε φιλέλληνες και ανθέλληνες, η διφορούμενη στάση έναντι της Δύσης - ταυτόχρονη έκφραση συμπλεγμάτων κατωτερότητας και υπέρ του δέοντος προβολή της αρχαιοελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς - και η τάση να ταυτίζεται το Έθνος με αντιδυτικές προσωπικότητες και συλλογικότητες (εθνικές και άλλες). Πρόκειται για στάσεις, αντιλήψεις και συμπεριφορές που πηγάζουν από υπαρκτές εμπειρίες που βιώθηκαν συλλογικά από το σύνολο του ελληνισμού : οι εθνικές ταπεινώσεις μετά από υπερφίαλες εθνικές φιλοδοξίες, ανταγωνισμός για την ηγεμονία σε Βαλκάνια και Μεσόγειο και τέλος η , ανοιχτή αλλά και υπόγεια, επέμβαση των ξένων δυνάμεων στην εσωτερική πολιτική της χώρας . Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην εξισωτική νοοτροπία που διακατέχει την πλειοψηφία του πληθυσμού ήδη από τον καιρό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και εξαιτίας της γενικευμένης μικρής ιδιοκτησίας καθώς και στον ιδιαίτερο ρόλο του κράτους και στις σχέσεις του με την κοινωνία : σύμφωνα με την πλειονότητα των πολιτικών επιστημόνων το κράτος αποτέλεσε ιστορικά το μεγαλύτερο συλλογικό εργοδότη των νεοελλήνων. Θεωρείται ότι το κράτος είναι το εργαλείο των αδυνάτων εναντίων των δυνατών, το οποίο είναι και ο διανομέας των δικαιωμάτων σε αντίθεση με τη μεταρρυθμιστική κουλτούρα που θεωρεί ότι τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα είναι κατάκτηση των ίδιων των ελεύθερων υποκειμένων. Με την έννοια αδύνατοι προσδιορίζονται τα μη ανταγωνιστικά μικροϊδιοκτητικά κοινωνικά στρώματα που δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες της οικονομίας της αγοράς και του εκσυγχρονισμού και αναζητούν , πειραματιζόμενα με, εναλλακτικές διαδρομές προς τη νεωτερικότητα(9). Αδυνατώντας τα στρώματα αυτά να δράσουν συλλογικά και ενταγμένα στα κάθετα πελατειακά δίκτυα συσσωμάτωσης βαίνουν προς την περιθωριοποίηση, με συνέπεια να εντείνεται η αίσθηση της ανισότητας, των συνδρόμων καταδίωξης και της θυματοποίησης. Μια τέτοια κατάσταση οδηγεί τα υποκείμενα αυτά στην υιοθέτηση βραχυπροθέσμων τακτικών και στην επιδίωξη της κάλυψης άμεσων αναγκών μονάχα χωρίς να χαράσσονται εναλλακτικές ριζοσπαστικές στρατηγικές. Η αντίπαλη μεταρρυθμιστική κουλτούρα κατάγεται από τις ιδέες του Διαφωτισμού και του πολιτικού φιλελευθερισμού, είναι κοσμική και εξωστρεφής στους προσανατολισμούς της, ιδιαίτερα προς τη Δύση. Η μεταρρυθμιστική λογική διέπει τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές ιδέες των φορέων της και είναι προωθητική δύναμη της ορθολογικοποίησης σε φιλελεύθερη, δημοκρατική και καπιταλιστική κατεύθυνση. Υποστηρίζει τη στρατηγική χρήση του κράτους, επιδιώκει κοινωνικές και πολιτικές διευθετήσεις που διευκολύνουν τον ανταγωνισμό σε όλα τα επίπεδα, ευνοεί τη ρήξη με την παράδοση και κινητοποιεί τις πάσης φύσεως ανανεωτικές δυνάμεις. Στοχεύει στη δημιουργία και στον πολλαπλασιασμό των διασυνδέσεων της Ελλάδας με τη διεθνή κοινότητα και την ενσωμάτωσή της στο παγκόσμιο σύστημα. Στο καθαρά πολιτικό επίπεδο ταυτίζεται με το συνταγματισμό, τη δημοκρατία σε όλα τα επίπεδα και σε όλες τις μορφές, τη διαμεσολάβηση κοινωνικο-πολιτικών αιτημάτων μέσα από σύγχρονους πολιτικούς θεσμούς και την επέκταση αντί της συρρίκνωσης των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Φορείς της είναι τα ανταγωνιστικά κοινωνικά στρώματα του αγροτικού, του εμπορικού, του βιομηχανικού και του χρηματοπιστωτικού τομέα που στρέφονται προς τη διεθνή αγορά. Κατάγονται από τις κοινωνικές ομάδες που σχετίστηκαν με το εμπόριο και την τραπεζική πίστη στη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και που ζούσαν στις κοινότητες της Ελληνικής διασποράς (Νότια Ρωσία, Δ.Ευρώπη) και στις ναυτικές πόλεις των Βαλκανίων και της Μεσογείου (Μ.Ασία, Κωστάντζα, Χίος, Γαλαξίδι κλπ) καθώς και οι διανοούμενοι εντός και εκτός ελληνικής επικράτειας. Το δίλημμα που συνεχώς αντιμετώπιζαν τα στρώματα αυτά και ιδιαίτερα των ομογενών της Ευρώπης μετά τη δημιουργία εθνικά ομοιογενών κρατών στη Δύση , την εθνικιστική αφύπνιση στην Ανατολή και τη μετασχηματιστική δυναμική του δυτικού κεφαλαιοκρατισμού ήταν : συμμετοχή, είτε από μακριά είτε δια της παρουσίας τους, στην προσπάθεια για επιβολή αστικών μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα που ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα με τις κυβερνήσεις Χ.Τρικούπη ή προσπάθεια ενίσχυσης της θέσης τους στις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που η μία μετά την άλλη αποκτούσαν την ανεξαρτησία τους κι απειλούσαν την , ούτως ή άλλως, εύθραυστη ισορροπία. Παρά τα θετικά στοιχεία που επισημαίνονται ως θέσεις-κλειδιά της μεταρρυθμιστικής κουλτούρας, εν τούτοις λόγω της ιδιαίτερης συγκρότησης των φορέων της διαπιστώνονται μία σειρά από αντιφατικές προσεγγίσεις που προκύπτουν και από την ιδέα της γρήγορης προσαρμογής σε μεταβαλλόμενα περιβάλλοντα : εκλεκτικός μιμητισμός της Δύσης , αποκοπή των φιλελεύθερων ιδεών από το πολιτικο-κοινωνικό περιβάλλον όπου γεννήθηκαν, ιδιαίτερου τύπου πολιτιστικός κοσμοπολιτισμός, τάση ξενοφοβίας που στηρίζεται σε κοσμική και όχι θρησκευτική βάση, καιροσκοπικές αντιλήψεις για τις διεθνείς σχέσεις που συνυπάρχουν με εσείς ρεαλιστικής και δημιουργικής προσέγγισης τους και, τέλος, ένας δυναμικός εθνικισμός που στόχευε στη δημιουργία μίας νέου τύπου κρατικής δικτύωσης και διεύρυνσης προς περιοχές με σημαντικές κοινότητες της διασποράς - χαρακτηριστικό το όραμα του Ε.Βενιζέλου για την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Η ιστορική διαδρομή της αντιφατικής συνύπαρξης των δύο αυτών συστημάτων πρόσληψης της πραγματικότητας στα πλαίσια του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού είναι γεμάτη από πολιτικές και κοινωνικές κρίσεις : διχασμός Κωνσταντινικών- Βενιζελικών, μεσοπολεμικά στρατιωτικά κινήματα, εμφύλιος πόλεμος, δικτατορίες Μεταξά και συνταγματαρχών, ιδιόμορφη μεταπολίτευση, άνοδος και πτώση ΠΑΣΟΚ, γρήγορη κατάρρευση της νεοφιλελεύθερης ΝΔ. Αναφερθήκαμε επί μακρόν και αρκετά αναλυτικά στο σχήμα του πολιτισμικού δυαδισμού γιατί διαπερνά ένα μεγάλο αριθμό επιστημονικών εργασιών για την ελληνική πολιτική πραγματικότητα (Θ.Διαμαντόπουλος, 1995), την ιστορία (Γ.Μαυρογορδάτος, 1982 και 1988) καθώς και δημοσιογραφικές αναλύσεις για τις σχέσεις Ελλάδας - Ευρωπαϊκής Ένωσης (Θ. Παπανδρόπουλος, 1993) Όμως όσο κι αν είναι χρήσιμη για την ανάλυση των βασικών στάσεων και αντιλήψεων που χαρακτηρίζουν την ελληνική κομματική κουλτούρα η θεωρία περί δυαδισμού εν τούτοις δεν προσφέρει ικανοποιητικές λύσεις στο πρόβλημα με το οποίο έχουμε καταπιαστεί. Η κρίση των κομμάτων δεν είναι μόνο ζήτημα μη ηγεμονίας της μίας εκ των δύο συστημάτων πρόσληψης της πραγματικότητας. Ούτε θεωρώ σωστή τη διχοτόμηση του ελληνικού κοινωνικού συνόλου σε εκσυγχρονιστικές τάξεις και στρώματα από τη μία και σε καθυστερημένα μη ανταγωνιστικά από την άλλη, αγνοώντας έτσι τους κοινωνικούς αγώνες και τις ταξικές συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα σ' όλες τις περιοχές του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και που δεν σχετίζονται άμεσα με τη διχοτόμηση αυτή. Είναι ίδια η φύση της σύγκρουσης Βενιζελικών - Αντιβενιζελικών , Δεξιάς - Αριστεράς στον Εμφύλιο, δεξιάς - αντιδεξιάς στη δεκαετία του 60 , κεντροδεξιάς - κεντροαριστεράς μετά τη μεταπολίτευση ; Επίσης, μέσα στα πλαίσια αυτά διεξάγονται οι αγώνες των γυναικών για την ισότητα, των νέων για εκσυγχρονισμό/εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης, των πολιτών για το οικολογικό πρόβλημα. Οι αγώνες αυτοί δεν γίνεται να ενταχθούν στις διχοτομικές κατηγοριοποιήσεις του σχήματος που αναλύσαμε στο βαθμό που τα κοινωνικά αυτά κινήματα αρθρώνουν το δικό τους πολιτικό λόγο. Ας εξετάσουμε άλλες λευρές της κρίσης των κομμάτων. Το τελευταίο χρονικό διάστημα διεξήχθησαν έρευνες κοινής γνώμης που πιστοποίησαν το αποκαλούμενο ρεύμα των απογοητευμένων (Η.Νικολακόπουλος, 1995). Στο ερώτημα που αφορά την ικανοποίηση ή μη των πολιτών από τη λειτουργία της δημοκρατίας στη χώρα μας διαππιστώνεται ένα ιστορικό αρντηικό ρεκόρ : μόλις το 25% των ερωτηθέντων στις έρευνες του 1995 νιοώθει ικανοποίηση από τη λειτουργία της δημοκρατίας, ενώ οι απόλυτα αρνητικές κρίσεις προσεγγίζουν το 40% και χαρακτηρίζονται από μιά σαφώς διακομματική προέλευση (10). Ο δείκτης ενδιαφέροντος γιά τη πολιτική : ξεκινάει από 56% το 1985 και καταλήγει το 1995 σε 39% η καμπύλη θετικού ενδιαφέροντος ενώ δεν ενδιαφέρονται καθόλου το 31% του 1995 σε σχέση με το 16% του 1985. Κι όλα ετούτα σε μιά χώρα που θεωρείται ότι κατοικείται από άκρως πολιτικοποιημένα άτομα.Μέχρι τώρα είδαμε την κρίση ως κρίση αντιπροσωπευτικότητας των κομμάτων της μεταβατικής κοινωνίας , ως κρίση δημιουργικότητας του πολιτικού λόγου ύστερα από την κατάρρευση των μεγάλων ιδεολογιών, ως κρίση του νεοκορπορατισμού , ως κρίση λόγω της υπερσυγκέντρωσης εξουσιών και αρμοδιοτήτων των πολιτικών κομμάτων από την εκτελεστική εξουσί, και ως κρίση που προκαλείται από την έλλειψη ηγεμονίας ενός εκ των δύο συστημάτων πρόσληψης της πραγματικότητας. Ας δούμε, λοιπόν, υπό το φως των προσφάτων εξελίξεων στην Ελλάδα πώς η κρίση τείνει να γίνει οργανικό μέρος του πολιτικού συστήματος, που οδηγεί στην αναδίπλωση αποτυχημένων ηγεσιών και τρόπων πολιτικής παρέμβασης και στην ανάγκη ανανέωσης του πολιτικού προσωπικού και άρθρωσης νέου πολιτικού λόγου. Η σύντομη άνοδος και πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη (Απρίλιος 1990-Οκτώβριος 1993) και ραγδαία μείωση της πολιτικής ακτινοβολίας της νέας κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ (Οκτώβριος 1993-Ιανουάριος 1996) χωρίς παράλληλη αναβάθμιση της αξιωματικής αντιπολίτευσης της ΝΔ είναι κατάσταση άνευ προηγουμένουτην τελαευταία τριακονταπενταετία γιά τα δεδομένα της Ελλάδας. Ας σταθούμε γιά λίγο σε χρονικά σημεία-τομές της περιόδου . Θα ξεκινήσουμε από την πιό σύντομη εκλογική εκαστρατεία της περιόδου της μεταπλίτευσης. Παρά την ιδιαιτερότητα της διαφημιστικής καμπάνιας της ΝΔ που θύμιζε ανάλογες αντικομμμουνσιτκές της δεκαετίας του 50 ( αρνητική και γκρίζα διαφήμιση, λασπολογία, εκμετάλλευση της υγείας του Α.Παπανδρέου) το ΠΑΣΟΚ δεν ακολούθησε την πάγια εκλογική στρατηγική που ονομάστηκε η σύγκουση των δύο κόσμων και που στόχευε στην ενσωμάτωση κεντρώων και αριστερών ψηφοφόρων στην αντιδεξιά του πολιτική πλατφόρμα. Αντίθεατα διατήρησε γνικώς χαμηλούς τόνους και πρόβαλε προφίλ μεταρρυθμιστικού σοσιαλ-δημοκρατικού κόμματος εναρμονίζοντας το λόγο του με του Βρετανικού Εργατικού και του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Το πρόγραμμα ήταν επεξεργασμνο με περισσότερες από ότι στο παρελθόν λεπτομέρειες και περιλάμβανε προτάσεις οικονομικού εκσυγχρονισμού προς την καεύθυνση της οικονομίας της αγοράς , δηλαδή γιά ένα καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο. Τόσο στις επίσημες ομιλίες των στελεχών του όσο και στις επί μέους προτάσεις του ήταν φανερή η λοική του οικονομικού υπερπροσδιορισμού της πολιτικής (Μ.Σπουρδαλάκης,1996): η αλλαγή της αλλαγής στο απώγειό της. Εκτός από το πολιτικό πρόγραμμα η μεταμόρφωση του ΠΑΣΟΚ γίνεται φανερή και επίπεδο της στελέχωσης του κυβερνητικού επιτελείου : μετά το θάνατο του υπουργού Εθνικής Οικονομίας Γιώργου Γεννηματά που εκτελούσε χρέη αριστερού άλλοθι το κρίσιμο αυτό υπουργείο καθώς και αυτά των Οικονομικών και Βιομηχανίας-Ενέργειας βρίσκονται στα χέρια πολιτικού προσωπικού που ασπάζεται ένθερμα τις εκσυγχρονιστικές αρχές οικονομικής πολιτικής με σαφή νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση (συνέχιση ιδιωτικοποίησεων έστω και με βραδύτερους ρυθμούς, μεγάλα έργα με αυτοχρηματοδότηση κλπ.). Παρά την είσοδο κατά τους επόμενους μετασχηματισμούς της κυβέρνησης νέων στελεχών με φιλολαϊκό προφίλ (π.χ. Τζουμάκας κ.α.) οι βασικές κατευθύνσεις δεν ανατρέπονται. Σταθερότητα που θα οδηγήσει σεην ανάπτυξη και συνεπώς σε νέες θέσεις εργασίας είναι η αριστοτεχνικά διατυπωμένη απάντηση στη διογκούμενη απογοήτευαση των λαϊκών-εργατικών στρωμάτων που επί δεκαπέντε και παραπάνω χρόνια στήριξαν την πολιτική του ΠΑΣΟΚ και σήμερα διαπιστώνουν ότι και αυτή η κυβερνητική πολιτική δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες και στα προβλήματα που γεννά και αυξάνει η παρατεταμένη οικονομική κρίση από τη μιά και ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας γιά να ανταποκριθεί στο πρόγραμμα σύγκλισης της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης από την άλλη σε συνδυασμό με την εισαγωγή νέων τεχνολογιών στους χώρους εργασίας. Η κατάσταση που επικρατεί στα λαϊκά και εργατικά στρώματα που πλειοψηφικά στήριξαν το ΠΑΣΟΚ αντανακλάται και στο εσωτερικό του κομματικού μηχανισμού ακόμη και στο ηγετικό επίπεδο και που εκφράστηκε ξεκάθαρα στην ψηφοφορία της κοινοβουλευτικής ομάδας γιά την ανάδειξη νέου πρωθυπουργού - οι διάφορες τάσεις αν και δεν διαφέρουν ουσιαστικά μεταξύ τους όσον αφορά τις βασικές κατευθύνσεις εν τούτοις εκφράζουν διαφορετικούς βαθμούς κοινωνικής ευαισθησίας. Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή γιατί από τη μιά είναι στο επίκεντρο της κρίσης των κομμάτων και ταυτόχρονα γιατί πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να αυτοανανεωθεί και να στηρίξει την πολιτική πατροκτονία στην οποία προέβη το βράδυ της 18.1.96.Στο σημείο αυτό ας επιστρέψουμε γιά λίγο στην άποψη περί πολιτισμικού δυαδισμού για να σημειώσουμε πως, πράγματι, όσον αφορά την εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις η σύγκρουση ανάμεσα στα δύο διαφορετικά συστήματα πρόσληψης της πραγματικότητας λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό όλων των πολιτικών κομμάτων περιπλέκοντας έτσι την κατάσταση. Χαρακτηριστικά παραδείγματα : σύγκρουση ανάμεσα σε Κ.Μητσοτάκη και Α.Σαμαρά κατά τη διακυβέρνηση τως χώρας από τη ΝΔ και δημιουργία του νέου κόμματος Πολιτική ΄Ανοιξη με εθνικιστικό πολιτικό λόγο, σύγκρουση ανάμεσα σε ευρωπαϊστές και ατλαντιστές στο κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ μετά την αποχώρηση των ασυμβίβαστων οπαδών του Δ.Τσοβόλα, διαφορετικές στρατηγικές γιά τα εθνικά θέματα από Μ.Παπαγιαννάκη και Α.Αλαβάνο στο Συνασπισμό. Η σύκρουση στα ζητήματα αυτά είναι πραγματική και, πράγματι, πίσω από μιά τέτοια συγκρουση εκφράζονται διαφορετικές κοινωνικές διαστρωματώσεις που σχετίζονται με διαφορετικό τρόπο με την εγχώρια και διεθνή αγορά. Τμήματα της αστικής τάξης που απειλούνται από την επιβολή των πολυεθνικών επιχειρήσεων της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης συνασπίζονται γύρω από εθνικιστικές θέσεις αδυνατώντας να ανταπεξέλθουν στη νέα πραγματικότητα μη διαθέτοντας : ανταγωνιστική διοίκηση και διαχείριση, φιλεργατική πολιτική, κατάλληλες επικοινωνιακές στρατηγικές. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα κοντόφθαλμης και ξενόφοβης λογικής από τη μιά το μποϋκοτάζ ολλανδικών και ιταλικών προιόντων λόγω της στάσης τους στο ζήτημα της ΠΓΔΜ και από την άλλη η στήριξη του εμπάργκο επί των εισαγωγών προϊόντων στην ΠΓΔΜ. Ο λαϊκίστικος και δημαγωγικός εθνικιστικός λόγος δημιούργησε τεταμένο κλίμα και μιά ψυχολογία απειλής που δέσμευσαν γιά αρκετά χρόνια ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού σε μιά ιρρασιοναλιστική στάση (Θ.Λίποβατς, 1988, σελ.11-31) και τις πολιτικές ηγεσίες που εκφέρουν το λόγο αυτό σε πολιτικές συνέπειας - κυρίως ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΠΟΛ.ΑΝ. ΄Οπως και στα ζητήματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, η σταδιακή (ή και ξαφνική ορισμένες φορές) εγκατάλειψη της πολιτικής των μεγαλόστομων κυρηγμάτων εθνικής πλειοδοσίας εκλαμβανόταν ως ζήτημα ασυνέπειας λόγου και πράξης, προσδοκιών και πραγματικότητας , με αποτέλεσμα τα κόμματα να κρίνονται από τους πολίτες και ιδιαίτερα τους ψηφοφόρους ως αναξιόπιστα. Επίσης στα ζητήματα της δημόσιας διοίκησης και της αποκέντρωσης τα κόμματα προχώρησαν στην υλοποίηση των προγραμμάτων με εξαιρετικά αργος ρυθμούς. Ομως παράλληλα τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η ΝΔ χρησιμοποίησαν τον κρατικό μηχανισμό και τις επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα γιά την εμπέδωση των πελατειακών σχέσεων με τους ψηφοφόρους τους στις οποίες δεν εμπλέκονται πλέον μόνο οι βουλευτές αλλά το σύνολο του κομματικού μηχανισμού (C.Lyrintzis, 1984). Οι όποιες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες έμειναν στη μέση (πχ νόμος Εβερτ γιά τη δημόσια διοίκηση, νόμος Πεπονή γιά τις προσλήψεις κλπ) λόγω των αντιδράσεων του κομματικού μηχανισμού ή υλοποιούνται σταδιακά γιά λόγους κομματικής σκοπιμότητας (πχ.δευτεροβάθμια αυτοδιοίκηση) . Ενας άλλος τομέας στον οποίο τα κόμματα δεν μπόρεσαν να αναδείξουν και να υλοποιήσουν μιά πολιτική τέτοια που να ανταποκρίνεται στα νέα δεδομένα χωρίς να ανατρέπουν τη σχέση τους με την κοινωνική τους βάση ήταν ο τομέας της πολιτικής επικοινωνίας.Τόσο οι βουλευτικές εκλογές του 1993 όσο και, κυρίως, οι ευρωεκλογές του 1994 αποκάλυψαν τη νέα διάσταση της κρίσης. Ως τότε, και σύμφων με τις θεωρητικές προσεγγίσεις γιά τους τρόπους κινητοποίησης των κομμάτων, η εκλογική αποτελεσματικότητά τους ήταν συνάρτηση του μαζικού τους χαρακτήρα ( M.Spourdalakis, 1996) και της μαζικής κινητποίησης που σήμαινε δράση και παρέμβαση στο τοπικό και κλαδικό επίπεδο (πόρτα-πόρτα) και μεγάλες συγκεντρώσεις και πορείες σε κεντρικό και περιφςερειακό επίπεδο Οι υπόλοπιες μορφές επικοινωνίας που στηρίζονταν στο εκάστοτε πιό πρόσφορο τεχνολογικά μέσον (ραδιόφωνο,τηλεόραση , γιγαντοαφίσσες) χρησιμοποιούνταν μονάχα ως συμπλήρωμα της δράσης και τα μυνήματα που εκπέμπονταν ήταν το αποτέλεσμα της εθελοντικής δουλειάς των μελών του κόμματος. Τώρα τα κόμματα απεύθύνονται στους ψηφοφόρους έσω των talk-shows της ιδιωτικής -και λιγότερο της κρατικής- τηλεόρασης , των διαφμηιστικών spots, ραδιοφωνικές σφήνες, έντυπες καταχωρίσεις στον αστικό τύπο. Ειδικές επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν ως διαφήμιση την κομματική προβολή αναλαμβάνουντη δουλειά που έκαναν ως το πρόσφατο παρελθόν τα κομματικά μέλη.Αποτέλεσμα αυτής της επικοινωνιακής λογικής είναι το κόμμα να απευθύνεται σε άτομα-ψηφοφόρους που ομαδοποιούνται με διαφημιστικά κριτήρια (target groupς) και όχι σε πολίτες μέλη τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων : έτσι εντείνεται η παθητικοποίηση των ψηφοφόρων και η συναισθηματικοποίηση στις προσεγγίσεις τους. Από την άλλη εκταμιεύονται μεγάλα ποσά από τα ταμεία των κομμάτων χωρίς προηγούμενο γιά τη πληρωμή των επαγγελματιών και των μέσων μαζικής επικοινωνίας. ΄Οτανο εθελοντισμός και η πρωτοβουλία των μελών απουσιάζουν τότε αναλαμβάνουν οι επ' αμοιβή τεχνοκράτες της πολιτικής και οι τεχνικές εντάσεως κεφαλαίου αντί της συλλογής οικονομικών πόρων από τη βάση του κόμματος.Μετά από τα όσα παρατέθηκαν ελπίζω ότι έγινε φανερή η τάση και των ελληνικών κομμάτων που κυριάρχησαν κατά τη μεταπολίτευση να μετατραπούν σε κόμματα-καρτέλ σύμφωνα με το πρότυπο των Katz and Mair που αναλύσαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο. Ομως η τ'αση αυτή δεν είναι οριστική και αμετάκλητη. Τα ελληνικά κόμματα όσο κι αν κρατικοποιήθηκαν είναι πάντοτε φορείς που αποτελούνται από άτομα που διαθέτουν βούληση και αναζητούν διεξόδους. Όσο τα αδιέξοδα της κρίσης πληθαίνουν τόσο θα υπάρχουν άτομα που θα αναλαμβάνουν το ρόλο του αντιστεκόμενου πολίτη, προσπαθώντας να συγκροτήσουν εναλλακτικές προτάσεις πολιτικής παρέμβασης. Η τελευταία εικοσεατία στην Ελλάδα και τριακονταετία στη Δ.Ευρώπη και Β.Αμερική ήταν γεμάτες από συγκρούσεις ανάμεσα στα κυρίαρχα κόμματα, ανάμεσα στα κυρίαρχα κόμματα και στα νέα κοινωνικο-πολιτικά κοινήματα αλλά και ανάμεσα στην αριστερά και στα κινήματα αυτά. Ως τώρα εξετάσαμε την κρίση σε σχέση με τα κυρίαρχα κόμματα του συστήματος που έχουν αποδεχθεί το κοινοβούλιο ως τον κατ' εξοχήν αντιπροσωπευτικό της λαϊκής θέλησης θεσμό. Με την έννοια αυτή δεδομένη δεν αναφερθήκαμε στην ελληνική εκδοχή της Αριστεράς που ως τη μεταπολίτευση εκφράστηκε σχεδόν αποκλειστικά από την κομμουνιστική της συνιστώσα. Εχουμε ήδη εντοπίσει ως ένα από τους παράγοντες της κρίσης των κομμάτων την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ του υπαρκτού σοσιαλισμού και στο βαθμό που υποδηλώνει την κατάρρευση των μεγάλων ιδεολογιών. Κατά τη γνώμη πολλών μελετητών, αλλά και τη δική μου, η κρίση της αριστεράς με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού μετατράπηκε από λανθάνουσα σε ανοικτή.Παραλλάσσοντας τον A.Gramsci θα λέγαμε ότι η ιστορία της αριστεράς είναι η ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα : το ΚΚΕ είναι σήμερα το αρχαιότερο ελληνικό κόμμα έχοντας συμπληρώσει ουσιαστικά 78 χρόνια δράσης. Κι όμως η ελληνική αριστερά βρέθηκε δύο φορές μπροστά στην ευκαιρία της ανόδου στην κρατική εξουσία και τις δύο φορές κλώτσησε τη καρδάρα με το γάλα. Το Δεκέμβριο του 1944 και το καλοκαίρι του 1989. Το 1944, συμφωνα με τις περισότερες ιστορικές πηγές (Α.Κέδρος, 1976β.σ.σ.141-74), το ΕΑΜ ως ο κυριότερος πολιτικός εκφραστής της εθνικής αντιφασιστικής αντίστασης και η ενωμένη παράταξη της ελληνικής αριστεράς πλειοψηφούσαν στο σύνολο του εκλογικού πληθυσμού, είχαν δημιουργήσει την επικράτεια της ελεύθερης από τα κατοχικά στρατεύματα Ελλδας, είχαν εγκαθιδρύσει θεσμούς λαϊκής αυτοδιοίκησης και λαϊκής οικονομίας (Α.Μπαλτάς, 1995) .Κι όμως το ΕΑΜ σύρθηκε σε καταστροφικές ένοπλες αναμετρήσεις με την αντιδραστική δεξιά και τους Βρετανούς συμμάχους της με αποτέλεσμα την ήττα του αριστερού κινήματος σε όλα τα επίπεδα (στρατιωτικό, πολιτικό και, κυρίως, ιδεολογικό) και την ένταξη της Ελλάδας στο στρατόπεδο του δυτικού καπιταλισμού . Το 1989-90 ενώ ο υπαρκτός σοσιαλισμός κατέρρεε η αριστερά γιά άλλη μια φορά σύρθηκε στην ήττα. Μόνο που αυτή τη φορά η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική. Ο πολιτικός αντίπαλος είε πολλά και διαφορετικά πρόσωπα και η αριστερά δεν στάθηκε ικανή να διακρίνει. Η επιμονή της να παίζει το ρόλο του μπαλαντέρ στα παιχνίδια των κυρίαρχων κομμάτων (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ) την οδήγησε στο να δοκιμάσει τη συμμετοχή της σε διαφορετικά κυβερνητικά ταμπλώ υποβαθμίζοντας τις βασικές της αρχές . Η κριτική της στο σύστημα διακυβέρνησης εστιάστηκε μόνο στο ήθος και στο ύφος του ΠΑΣΟΚ και στο όνομα της κάθαρσης και της οικουμενικότητας έπαιξε το ρόλο του αποκωδικοποιητή γιά το άνοιγμα της πόρτας στη νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση της ΝΔ και στην αποενοχοποίηση του ΠΑΣΟΚ. Δεν θεωρώ ότι τίθεται ζήτημα αντίθεσης ανάμεσα στην αγνή βάση της αριστεράς και στις προδοτικές ηγεσίες. Οι ηγεσίες ενώ βεβαίως προσδιορίζουν τη μορφή και την πολιτική στρατηγική των κομμάτων της αριστεράς που διευθύνουν εν τούτοις δεν παύουν να είναι παιδιά του κομματικού μηχανισμού και, συνεπώς, της κοινωνικής βάσης της αριστεράς . Μιά κοινωνική βάση μικρογραφία της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας και ιδιαίτερα των εργαζόμενων τάξεών της. Η ιστορική αναδρομή σε γεγονότα και περιόδους που θεωρούνται σημαντικές γιά την εξέλιξη του αριστερού κινήματος θα μας δείξει ότι η κρίση της αριστεράς είναι διαρκής, ότι, πράγματι, το ΚΚΕ κατά την ίδρυσή του εξήγγειλε μιάν αδύνατη επανάσταση(Α.Ελεφάντης, 1976).Μιά νεαρή σε ηλικία και ισχνή πληθυσμιακά εργατική τάξη σε μιά χώρα με ασθενή ακόμη βιομηχανικό καπιταλισμό ψάχνει στις αρχές του 20ού αιώνα γιά πολτική και συνδικαλιστική έκφραση. Δημιουργείτα το 1918 το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΕΚΕ) που το 1921 μετονομάζεται σε ΚΚΕ αποδεχόμενο τους 21 όρους της Τρίτης (Κομμουνιστικής) Διεθνούς των Εργατών. Συγκροτούνται οι πρώτες συνδικαλιστικές ομοσπονίες και η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ) που από την πρώτη στιγμή μπαίνει στο στόχαστρο του κράτους το οποίο προσπαθεί να την ελέγξει πολιτικά. Η Μικρασιατική εκστρατεία -στον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της οποίας αντιτάχθηκε το μικρό αντιμιλιταριστικό ΚΚΕ- και η κατάρρευση του μετώπου δημιουργούν 1,5 εκταομμύρια πρόσφυγες που θα αποτελέσουν την κοινωνική βάση γιά την αλλαγή του πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων στον Ελλαδικό χώρο υπέρ των αντι-μοναρχικών δυνάμεων. Το ΚΚΕ θα αντλήσει από το χώρο των προσφύγων νέα και μορφωμένα στελέχη που θα συμβάλλουν με τη σειρά τους στην παραπέρα εξέλιξή του αλλά και στις εσωκομματικές διαμάχες που πήραν αυτή την περίοδο μεγάλη έκταση και ένταση. Οι κρίσεις θα καταλήξουν στη φραξιονιστική πάλη χωρίς αρχές και την εκ των άνωθεν επιβολή νέας ηγεσίας από την Γ' Διεθνή (Ι.Καραγιάννης, 1995). Η νέα αυτή ηγεσία ανταποκρίνεται στα πρότυπα των σχολών κομματικών στελεχών της Μόσχας που οργάνωσε το Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής ΄Ενωσης (ΚΚΣΕ) και διακρίνεται γιά τη μονολιθικότητα στη σκέψη και την αντιδημοκρατική αντίληψη γιά την εσωκομματική δομή και λειτουργία. Η ιστορική πορεία του κόμματος στο σημείο αυτό βρίσκεται στην πλέον κρίσιμη καμπή : η εκ των άνωθεν επιβολή ηγεσίας ενάντια δε στη θέληση του μεγαλύετρου μέρους της κομματικής βάσης δημιουργεί το προηγούμενο γιά τις νέες επεμβάσεις που θα ακολουθήσουν (1956, 1968, 1973) . Οι εκ των άνωθεν επιβληθείσες ηγεσίες ακολουθούν πιστά τις εκάστοτε ηγεσίες της Σοβιετικής Ενωσης και δεν μπορούν να αντιληφθούν την ελληνική πραγματικότητα ξεκομμένες από τις μάζες που θεωρητικά έπρεπε να καθοδηγούν( Α.Ελεφάντης, 1979 και Π.Νεφελούδης, 1974). Γιά να μιλήσουμε με όρους πολιτικής κουλτούρας θα αναφερθούμε ενδεικτικά στην κρίση του 1929-31.Κατ'αρχήν επικράτησε μιά εργαλειακή αντίληψη γιά το κράτος ως όργανο που το χρησιμοποιεί το κεφάλαιο και η αστική τάξη κατά το δοκούν γιά να βοηθάει στην εκματέλλευση του προλεταριάτου με την άμεση ή έμμεση καταπίεσή του. Οι πολιτικές συνέπειες της αντίληψης αυτής ήταν καταλυτικές γιά το κόμμα: άρνηση συμμαχιών γιά τον εκδημοκρατισμό της πολιτικής εξουσίας, στρατηγική πολέμου κινήσεων γιά την κατάληψη του κράτους και αντικατάστασής του από τη δικτατορία του προλεταριάτου που με τα μέτρα και σταθμά της εποχής ισοδυναμούσε με δικτατορία της Κεντρικής Επιτροπης επί του προλεταριάτου όπως στη Σοβιετική ΄Ενωση (Σ.Μπετελέμ 1975, Ε.Μπαλιμπάρ 1978). Η αντίληψη γιά το αστικό κράτος ήταν ανθρωπομορφική και παραπλανητική στο βαθμό που εθεωρείτο ότι αρκούσε η αντικατάσταση των κρατικών διαχειριστών από τους επαγγελματίες επαναστάτες του κόμματος γιά να προωθηθεί μέσω διαταγμάτων η σοσιαλιστική οικοδόμηση. Η μεταβολή στην ηγεσία και η προώθηση της νέας γραμμής που πρόβαλλε ο Ν.Ζαχαριάδης γιά γοργή μετατροπή της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική δεν γίνεται αμέσως αντιληπτή από τα μέλη. Η ηγεσία κατόρθωσε με την εφαρμογή του αντι-δημοκρατικού συγκεντρωτισμού στην οργάνωση και λειτουργία του κόμματος να μπολιάσει τα μέλη με τη νοοτροπία του αλάθητου της Κεντρικής Επιτροπής, με τη λογική της συνωμοτικής επαγρύπνησης γιά τον εντοπισμό των, αληθινών ή ψεύτικων, πρακτόρων του ταξικού αντιπάλου και την επιβολή του νόμου της σιωπής. Το κόμμα εθεωρείτο ως κόρη οφθαλμού που έπρεπε να διαφυλαχτεί πάση θυσία, ως η εκκλησία που καίει στην πυρά τους αιρετικούς. Τέλος η αντι-δημοκρατική αυτή κουλτούρα σε συνδυασμό με τη νομοτελειακή θεωρία των σταδίων δημιούργησε στα μέλη του κόμματος μιά χιλιαστική νοοτροπία περί ενός επερχόμενου αταξικού δίκαιου κόσμου στον οποίο θα λύνονταν όλα τα βασικά προβλήματα του ατόμου και της κοινωνίας. Συνεπώς δεν έπρεπε να τίθεται σήμερα όποιο πρόβλημα θα εμπόδιζε την πραγμάτωση του ονείρου γιά μιά αταξική κοινωνία αύριο. Το κλασικό σχήμα γιά τη ζωή του αριστερού προτύπου επαναστάτη ήταν: με τα συνδικάτα γιά τους μισθούς, με το κόμμα γιά την επανάσταση.Μιά πολιτική κουλτούρα που διαπνέεται από αυτές τις αρχές και στάσεις απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα δύσκολα γίνεται αποδεκτή από την κοινωνική πλειψηφία πουμε την πάροδο του χρόνου αποδέχεται στον ένα ή στον άλλο βαθμό τις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ανεκτικότητας και του ανταγνωισμού. Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει πως η Ελληνική αριστρά είχε συνολικά τέτοιες αντιλήψεις.Οπως επισημαίνει η ανάλυση περί πολιτιστικού δυαδισμού, το σύνδρομο του καταδιωκόμενου με ό,τι αυτό συνεπάγεται γιά τη δημοκρατική κουλτούρα δεν είναι προνόμιο μονάχα της κομμουνιστικής αριστεράς. Ουσιαστικά η κρίση της αριστεράς είναι διαρκής. Απλώς η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και η εισβολή στην ελληνική πολιτική ζωή του νέου πολιτικού κόμματος που οικειοποιήθηκε το λόγο και το όραμα της αριστεράς , δηλ.το ΠΑΣΟΚ, έκανε ορατή τη γύμνια του βασιλιά.Η αναποτελεσματικότητα του αντιπολιτευτικού λόγου προς το σύστημα και της δράσης της αριστεράς άνοιξε το δρόμο γιά την ανάδειξη των νέων κοινωνικών κινημάτων που είτε με μονοθεματική αναφορά είτε ως εκφράσεις ιδιαίτερων ταυτοτήτων (πχ. Γυναικείο, νεολαίας κλπ) διεκκδίκησαν τα δικαιώματα των μελών τους ως πολιτών ανεξάρτητα από τη δράση των υπαρχόντων κομμάτων. Ως εκ τούτου η Αριστερά γιά να έχει λόγο ύπαρξης οφείλει να επαναθεμελιώσει τον πολιτικό της λόγο και την ταυτότητά της μέσα από τη ριζική αναθεώρηση των ιδεών και αντιλήψεων που καθήλωσαν την ανατρεπτικότητα και το ριζοσπαστισμό των μαζών στην αναμονή μιάς επερχόμενης επανάστασης και παρέλυσαν τα μαζικά κοινωνικά κινήματα. Εχει χρέος να αντιληφτεί ότι τα κοινωνικά κινήματα έχουν το δικό τους χαρακτήρα και την αυτονομία τους και ότι ο ρόλος του επαναστατικού κόμματος δεν είναι αυτός του αλάθητου και αδιαμφισβήτητου οργανωτή και διαχειριστή της αλήθειας αλλά αυτός του συντονιστικού οργάνου επιμέρους κοινωνικών αγώνων και κινημάτων που αναζητούν μιά διαφορετική πολιτική από ην αστική. Με αυτήν την έννοια η αριστερά θα χρειαστεί να στοχαστεί εκ νέου γιά τη φύση των πολιτικών της στόχων : φύση διαιτητική, περίπλοκη, ασταθής, αμφισβητούμενη, γιατί υποχρεωτικά συγκρουόμενο είναι το σύνολο των αξιών και των προσδοκιών - ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα, αλληλεγγύη - που συναπαρτίζουν το ιδεολογικό φορτίο της ιστορικής αριστεράς. Η ανάγκη να υπάρξει μιά τέτοια νέα αριστερά είναι εμφανής: γιά να διευρυνθεί η έννοια της ισότητας, της δημοκρατίας και της αλληλεγγύης.Οποιαδήποτε υπέρβαση της μιάς ή της άλλης μορφής διάκρισης με βάση τις οποίες οι άνθρωποι χωρίστηκαν σε ανώτερους και κατώτερους, σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, σε πλούσιους και φτωχούς, σε αφέντες και δούλους , αντιπροσωπεύει ένα στάδιο, αν όχι αναγκαίο, τουλάχιστον όμως πιθανό, στη διαδικασία του εκπολιτισμού. Ποτέ άλλοτε στην εποχή μας δεν συζητήθηκαν τόσο πολύ τα τρία κύρια μέτωπα της ανισότητας : η τάξη, η φυλή και το φύλο. Η βαθμιαία εξίσωση των γυναικών και των ανδρών, πρώτα στη μικρή οικογενειακή κοινωνία και κατόπιν στη μεγαλύτερη αστική και πολιτική κοινωνία, είναι ένα από τα πιό ασφαλή σημάδια της ανεπίστρεπτης πορείας του ανθρωπίνου γένους προς την ισότητα. Και αν γιά να αγωνισθεί κανείς γι' αυτήν τη νέα αριστερά πρέπει να το λέει η καρδιά του, είναι γιατί αν ο κόσμος εμφανίζεται γερασμένος, η Αριστερά θα είναι και πάλι η νέα του νιότη σύμφωνα με τον Κ. Τσουκαλά. Η νέα αριστερά θα παίξει το στοίχημα : υπέρβαση της κρίσης των κομμάτων μέσα από την αναθεώρηση των βασικών αρχών του κοινοβουλευτικού συστήματος και των κομμάτων προς την κατεύθυνση της άρθρωσης ενός εναλλακτικού λόγου και της διεύρυνσης των κοινωνικών ορίων τους ή θα υποταχθεί στους κανόνες ενός παιχνιδιού που συνεχώς απορρυθμίζεται χωρίς να προβλέπεται διέξοδος. Ιδού η Ρόδος . . ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1996 Ε -Mail: tsakthan@compulink.gr
E Λ Λ Η Ν Ι Κ Η Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α 1) Αλιβιζάτος Κ.Νίκος, 1988, Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο συνταγματικός εκσυγχρονισμός της χώρας στο Γιώργος Θ.Μαυρογορδάτος-Χρήστος Χατζηιωσήφ(επιμ), Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός , Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2) Βενιζέλος Β.Ευάγγελος, 1993, Επιστροφή της Πολιτικής; , εκδ.Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 3) Βερέμης Θάνος, 1989, Η εποχή (1900-36) , στο Θ.Βερέμης - Γ.Γουλιμή (επιμ), Ελευθέριος Βενιζέλος : Κοινωνία-Οικονομία-Πολιτική στην εποχή του , εκδ.Γνώση , Αθήνα 4) Διαμαντόπουλος Θανάσης , 1989, Κόμματα και κομματικά συστήματα , εκδ.Εξάντας, Αθήνα 5) Διαμαντόπουλος Θανάσης , 1989, Η κρίση του κομματικού φαινομένου , εκδ.Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτινή 6) Ερευνητική Ομάδα:Γ.Βούλγαρης-Δ.Δώδος κ.α., 1995, Η πρόσληψη και η αντιμετώπιση του Άλλου στη σημερινή Ελλάδα , Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης , τεύχος 5ο, Απρίλιος, εκδ.Θεμέλιο , Αθήνα,7) Καραγιάννης Ιωάννης, 1995, Λόγος,πολεμική,ιδεολογία : η περίπτωση του ΚΚΕ , αδημοσίευτη εργασία κατατεθείσα στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Πολιτικής Επιστήμης και Κοινωνικής Θεωρίας του Πανεπιστήμιου Αθήνας.8) Λίποβατς Θάνος, 1988, Η απάρνηση του Πολιτικού , εκδ.Οδυσσέας, Αθήνα 9) Λίποβατς Θάνος, 1993, Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Εθνικισμός : Δύο πτυχές της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής κουλτούρας , Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης , τεύχος 2ο , Οκτώβριος , εκδ.Θεμέλιο, Αθήνα, σ.σ.31-47 10) Λούλης Γιάννης , 1995, Η κρίση της πολιτικής στην Ελλάδα : εκλογές, κοινή γνώμη, πολιτικές εξελίξεις 198 0-1995 , εκδ.Ι.Σιδέρης, Αθήνα11) Μαυρογορδάτος Θ.Γιώργος, 1982, Μελέτες και κείμενα για την περίοδο 1909-1940 , εκδ.Α.Σάκκουλα, Αθήνα 12) Μαυρογορδάτος Θ.Γιώργος, 1988, Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός στο Γιώργος Θ.Μαυρογορδάτος-Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ) , Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός , εκδ.Γνώση, Αθήνα, σ.σ.9-20 13) Μουζέλης Νίκος, 1987, Κοινοβουλευτισμός και εκβιομηχάνιση στην ημι-περιφέρεια.Ελλάδα, Βαλκάνια, Λατινική Αμερική , εκδ.Θεμέλιο, Αθήνα 14) Μπακογιάνης Παύλος, 1977, Ανατομία της ελληνικής πολιτικής , εκδ.Παπαζήση, Αθήνα15) Μπαλιμπάρ Ετιέν, 1978, Γιά τη δικτατορία του προλεταριάτου , εκδ.Οδυσσέας, Αθήνα 16) Μπετελέμ Σαρλ, 1975, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ : 1η περίοδος 1917-1923 , εκδ.Ράππα, Αθήνα 17) Νεφελούδης Παύλος, 19 74, Στις πηγές της κακοδαιμονίας : τα βαθύτερα αίτια της διάσπασης του ΚΚΕ , εκδ.Gutenberg, Αθήνα18) Νικολακόπουλος Ηλίας, 1988, Κόμματα και βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα 1946-64. Η εκλογική γεωγραφία των πολιτικών δυνάμεων, έκδοση ΕΚΚΕ, Αθήνα 19) Νικολακόπουλος Ηλίας κ.α., 1990 , Η πολιτική κουλτούρα στις χώρες της Νότιας Ευρώπης : συγκριτικοί πίνακες , Επιθεώρηση κοινωνικών ερευνών , τεύχος 75Α, έκδοση ΕΚΚΕ, Αθήνα 20) Νικολακόπουλος Η.,Βούλγαρης Γ.,Γ.Αναστασάτος (επιμ), 1990, Εκλογές 1989-1990: Αποτελέσματα, μετατοπίσεις , σχόλια, έκδ.Τα Νέα, Αθήνα 21) Νικολακόπουλος Ηλίας, 1995, Η δημοκρατία των απογοητευμένων , εφημερίδα Τα Νέα, Αθήνα, 13-14/11/95 22) Οικονόμου Νίκος, 1989, Οι δύο γενικές εκλογές του 1915 στο Θ.Βερέμης-Γ.Γουλιμή (επιμ) , Ελευθέριος Βενιζέλος : Κοινωνία -Οικονομία - Πολιτική στην εποχή του , εκδ.Γνώση, Αθήνα , σ.σ.367-86 23) Παπαδημητρίου Δέσποινα , 1989, Ο τυπος και ο διχασμός : 1914-15 στο Θ.Βερέμης-Γ.Γουλιμή (επιμ), Ελευθέριος Βενιζέλος : Κοινωνία -Οικονομία-Πολιτική στην εποχή του , εκδ.Γνώση , Αθήνα 24) Παπακωνσταντίνου Γ.Μιχάλης, 1992, Πολιτική συγκρότηση και προεδρικές εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες , εκδ.Εστία, Αθήνα 25) Παπανδρόπουλος Χ. Αθανάσιος, 1993, Αποβολή της Ελλάδας από την ΕΟΚ;, Οικονομικός Ταχυδρόμος , 18/8/93 σ.σ.5,6 και 87 26) Πουλαντζάς Ν.Α., 1982, Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός , εκδ.Θεμέλιο, Αθήνα 27) Προδρόμου Ελισάβετ, 1995, Ορθοδοξία, εθνικισμός και πολιτική κουλτούρα στη σύγχρονη Ελλάδα: καινούργιες προσεγγίσεις ή εσωτερικοποίηση δεδομένων παραδειγμάτων;, Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τεύχος 5ο, Απρίλιος, εκδ.Θεμέλιο, Αθήνα 28) Ράσκε Γιοαχίμ - Κατσούλης Ηλίας (επιμ), 1993, Τα πολιτικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης, εκδ.Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 29) Σαλβάτι Μικέλε, 1985, Αριστερά και συνθετότητα στο συλλογικό Η έννοια της Αριστεράς , εκδ.Οδυσσέας, Αθήνα, σ.σ.103-14 30) Στάμε Φρεντερίκο, 1985, Αριστερά, ταυτότητα, μετάβαση : Για μία ανάλυση της κρίσης στο συλλογικό Η έννοια της αριστεράς , εκδ.Οδυσσέας, Αθήνα, σ.σ.25-48 31) Σπουρδαλάκης Μιχάλης, 1990, Γιά τη θεωρία και τη μελέτη των πολιτικών κομμάτων, εκδ.Εξάντας, Αθήνα 32) Τσουκαλάς Κωνσταντίνος, 1980, Κοινωνική ανάπτυξη και κράτος, εκδ.Θεμέλιο, Αθήνα 33) Φουκό Μισέλ, 1991, Η μικροφυσική της εξουσίας , εκδ.Υψιλον, Αθήνα 34) Κirchheimer Otto , 1991 , O μετασχηματισμός του κομματικού συστήματος της Δυτικής Ευρώπης , Λεβιάθαν , τεύχος 11ο , Αθήνα, σ.σ.77-104 35) Lenk Kurt , 1990 , Πολιτική κοινωνιολογία : Δομές και μορφές ενσωμάτωσης της κοινωνίας , εκδ.Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη36) Οffe Claus ,1991, Κομματική δημοκρατία και κράτος αρωγός , Λεβιάθαν , τεύχος 11ο, Αθήνα ,σ.σ.104-29 37) Sassoon Donald, 1995, Το ΠΑΣΟΚ και η κρίση της ελληνικής μεταπολίτευσης, Το Βήμα των Κοινωνικών Επιστημών, τόμος Δ' , τεύχος 16ο, Ιούνιος, εκδ.Παπαζήση, Αθήνα, σ.σ.5-28 ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 1) Barnard Chester, 1962, The Functions of the Executive , Harvard University Press, Cambridge Mass. 2) Bell Daniel, 1966, The End of Ideology , The Free Press, New York 3) Bell Daniel, 1973, The Coming of the Post-Industrial Society : A Venture in Social Forecasting , The Free Press, New York 4) Diamandouros Nikiforos, 1994, Cultural Dualism and Political Change in Postauthoritarian Greece , Working Paper 50, Instituto Juan March de Estudios e Investigaciones, Espagna 5) Diggins John Patrick , 1992, The Rise and Fall of the American Left , W.W.Norton and Co., New York-London 6) Gall Gregor , 1995, The emergence of a rank and file movement : the Comitati di Base in the Italian Workers' Movement , Capital and Class , No.55, Spring, London 7) Habermas Jurgen, 1975, Legitimation Crisis , Beacon, Boston 8) Katz S.Ritchard and Mair Peter, 1995, Changing Models of Party Organization and Party Democracy : The Emergence of the Cartel Party , Party Politics , Vol.1 , No.1, January, New York, p.p.5-28 9) Miller Kent and Iscoe Ira, 1963, The Concept of Crisis : Current Status and Mental Health Implications , Human Organization , 22, p.p.195-201 10) O' Connor James, 1973, The Fiscal Crisis of the State , Basil Blackwell Lid , Oxford-New York 11) O'Connor James, 1987, The Meaning of Crisis : A Theoretical Introduction , Basil Blackwell Ltd., Oxford-New York 12) Palombara Joseph, 1987, Democracy, Italian Style , Vail-Ballou Press, Binghampton, New York 13) Panebianco Angelo, 1988, Political Parties : Organization and Power,, Cambridge University Press, Cambridge 14) Panitch Leo,1986, Working Class Politics in Crisis : Essays on Labour and the State, Verso, London 15) Parsons Talcott ,1951, The Social System, The Free Press, New York 16) Parsons Talcott, 1967, Politics and Social Structure, The Free Press, New York 17) Wainright Hilary, 1987, Labour : A Tale of Two Parties , The Hogarth Press , London 18) Wiener A.J. and Kahn H., 1962, Crisis and Arms Control, Hudson Institute, Hudson-on-Hudson , New York
|